Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Xριστουγεννιάτικη εκδήλωση στον Ιερό μας Ναό


Ο Ιερός Ναός Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς σε συνεργασία με το Δήμο Αγρινίου και τον σύλλογο Αιτωλοακαρνάνων ο Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός σας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου του Καθηγητού - Συγγραφέα κ Χρήστου Σιάσου  με τίτλο : Τα Κάστρα της Ορθοδοξίας  και υπότιτλο Οδοιπορικό στις Ιερές Μονές της Αιτωλοακαρνανίας  το Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017 και ώρα 18:30μμ στον Ιερό Ναό Αποστόλου Φιλίππου στη Γραμματικού του Δήμου Αγρινίου
Α  ΜΕΡΟΣ
Εισηγητές στην εκδήλωση θα είναι :
- Ο  π. Σπυρίδων Ιωάννου, Αρχιερατικός Επίτροπος Μακρυνείας και Εφημέριος Ιερού Ναού Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς
- Ο κ. Ιωάννης Καρυδάς, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών

Β  ΜΕΡΟΣ
Στην εκδήλωση θα συμμετέχει η χορωδία  Μεγάλης Χώρας Αγρινίου ΄΄Η αγία Σκέπη΄΄ υπό τη διεύθυνση της χοράρχου  κας Χρυσούλας Τασολάμπρου με εκκλησιαστικούς ύμνους και Κάλαντα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς απ΄ όλη την Ελλάδα (Θράκη, Κρητη, Μακεδονία, Κύπρο, Σαρακατσάνικα)
Tην παρουσίαση θα την συντονίσει η κα Δέσποινα Γεωργιάδη - Αλεξοπούλου, καθηγήτρια και Γενική Γραμματέας του συνδέσμου Αιτωλοακαρνάνων ΄΄  Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός ΄΄

Tην εκδήλωση θα ευλογήσει με την παρουσία του ο
 Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας 
κκ ΚΟΣΜΑΣ

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα

Χορηγοί επικοινωνίας: ΑΧΕΛΩΟΣ TV - Ραδιοφωνικός σταθμός της Iεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας κ Ακαρνανίας 106.3fm

Φωτογραφίες του Ιερού Σκηνώματος του Αγίου Διονυσίου




















Η Κοίμηση, η μετακομιδή του ιερού λειψάνου και η ταφή του Αγίου Διονυσίου


Από την άνοιξη του 1622, κλονίσθηκε σοβαρά η υγεία του Ιεράρχη Διονυσίου. Τα γερατειά, η ασκητική ζωή και, κυρίως, οι αρρώστειες, είχαν καταβάλει ανεπανόρθωτα τον οργανισμό του Ερημίτη του Μοναστηριού της Αναφωνήτριας. Ο Ιεράρχης ήταν υποχρεωμένος να μένη πια στο κελλί του, άρρωστος και αδύναμος, για την προσωπική εποπτεία και διεκπεραίωση των πολλαπλών διοικητικών ζητημάτων του Μοναστηριού του. Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε ως τις αρχές Αυγούστου του ίδιου χρόνου.
Έτσι, την 21 Μαΐου 1622 εξουσιοδότησε τον ιεροδιάκονο της Μονής Αναφωνήτριας να συμβληθεί με τον Ι. Γκούσκο, για ένα αμπέλι του Μοναστηριού στις Βαρές (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης). Επίσης, την 4 Αυγούστου 1622 εξουσιοδότησε το μοναχό Γ. Τριπήλα να έλθει σε συμφωνία με το Γ. Τσουκαλά, για μερικές αγελάδες της Μονής Αναφωνήτριας (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης).
Το φθινόπωρο του 1622, η κατάσταση της υγείας του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου χειροτέρευσε. Οι συγγενείς του τον έπεισαν ότι έπρεπε να έλθη κοντά τους, στην πόλη. Έτσι, άφησε την Αναφωνήτρια κ’ εγκαταστάθηκε, άρρωστος βαρειά, στο σπίτι της αδελφής τους (οικία Ιωάννη Μακρή). Την 10 Οκτωβρίου 1622, οι σύνδικοι Ζακύνθου Ιωάννης Γαβριηλόπουλος και Μάρκος Σιγούρος, σε μακροσκελή τους έκθεση προς το Δόγη της Βενετίας, γράφουν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Attrovandosi il R. mo Mon. sig. Arcivescovo D.o Dionisio Sicuro Nobile di questa citta, habbate di detto Monasterio, di eta d’ anni settantacinque incirca, indisposto da gravi et diverse malatie dalle qualli, et anco per la sua senil eta, judicamo che il Sommo Fattore lo volgia a se chiamare…» (= Ο Πανιερώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύριος Διονύσιος Σιγούρος, ευγενής της πόλεως ταύτης, αββάς του Μοναστηρίου της Παναγίας Αναφωνήτριας, ετών περίπου εβδομήκοντα και πέντε, από βαριά και διάφορα νοσήματα (da gravi et diverse malatie), καμπτόμενος, καθώς και από την γεροντικήν ηλικίαν, νομίζομεν ότι ο Υπέρτατος Δημιουργός θα τον καλέσει πλησίον Του…).
Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος αναπαύθηκε στους κόλπους του Θεού τη 17 Δεκεμβρίου 1622, όπως αποδεικνύεται από επίσημο έγγραφο της εποχής.
Λίγο πριν από την κοίμησή του, ο Ιεράρχης Διονύσιος εζήτησε να ταφή στα Στροφάδια, όπου αφιέρωσε ολόκληρη την περιουσία του. Είναι άγνωστο αν είχε κάμει διαθήκη ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος. Οπωσδήποτε, στον κατεστραμμένο φάκελο εγγράφων Αγίου Διονυσίου, που υπήρχε προσεισμικά στο Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου, είχαν συγκεντρωθή ανέκδοτες μαρτυρίες σχετικές με την κοίμηση, την κηδεία και τη μετακομιδή του Λειψάνου στα Στροφάδια. Ο ιστοριοδίφης Λ. Ζώης, αντλώντας από τις επίσημες εκείνες πηγές, που, δυστυχώς, καταστράφηκαν χωρίς να δημοσιευθούν, γράφει τα εξής: «Δι’ επισήμου και επιβλητικωτάτης κηδείας, εκ της οικίας του Ιωάννου Μακρή, όπου απέθανεν ο Ιεράρχης, μετεκομίσθη το Λείψανον κατ’ ευθείαν εις την αποβάθραν, εκείθεν δε επεβιβάσθη εις τίνα φρεγάδαν. Μεταξύ του παρακολουθούντος την κηδείαν πλήθους, παρευρίσκοντο και οι Λουκάς Καρρέρ, Ιωάννης Ρουκάνης, Μάρκος ιερ. Μελισσηνός, Ιωάννης Καψοκέφαλος, Τιμόθεος ιερ. Σοπραμάσαρος, Λαυρέντιος ιερ. Βέργαμος, Πέτρος Δαλλ’ Ακουϊλα και δρ. Μάρκος Κοκκίνης, οι οποίοι πάντες, κληθέντες υπό της εξουσίας, εβεβαίωσαν, ότι κατά την 18 Δεκεμβρίου, ο νεκρός του Αρχιεπισκόπου Σιγούρου μετεκομίσθη εκ της οικίας Μακρή εις την παραλίαν μετά και δύο κιβωτίων, ότι επεβιβάσθη εις φρεγάδαν, ότι άπασαν την περιουσίαν του ο Ιεράρχης κατέλιπεν εις την Μονήν Στροφάδων, και ότι ουδέν είχε κληροδοτήσει εις την Μονήν Αναφωνήτριας».
Είναι φανερό ότι στα δύο κιβώτια, που μεταφέρθηκαν στη φρεγάδα μαζί με το Λείψανο, θα πρέπει να υπήρχε η εκκλησιαστική κληρονομιά του Αγίου Διονυσίου στο Αυτοκρατορικό Μοναστήρι των Στροφάδων, δηλαδή εκκλησιαστικά ιερά σκεύη, αφιερώματα, ευαγγέλια, άμφια, βιβλία και χειρόγραφα. Τι απέγιναν, όμως, όλα αυτά;
Το Λείψανο τάφηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Στροφάδων.
Ύστερα από κάμποσα χρόνια, έγινε η ανακομιδή, σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη, και το Λείψανο βρέθηκε άθικτο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σ’ αυτό από την ημέρα του ενταφιασμού. Μόνο η άκρη της μύτης και δύο δόντια τού έλλειπαν. Από τότε, ένα θείο άρωμα, σαν παραδείσιο μύρο, ξεχύνεται από το Λείψανο του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου. Κάτι σαν άρωμα μοσχολίβανου, συνταιριασμένο, θαρρείς, με άρωμα και τριαντάφυλλου και γιασεμιού και χίλιων άλλων λουλουδιών.
Οι Μοναχοί εδόξασαν το Θεό και πήγαν το ιερό Λείψανο στο νάρθηκα της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα.
Όταν άρχισε ο βενετοτουρκικός πόλεμος για την Κρήτη, οι Μοναχοί των Στροφάδων, από φόβο ενδεχόμενης απόβασης των βαρβάρων στο ιστορικό Μοναστήρι τους, επήραν το ιερό Λείψανο ανεπίσημα κι όσα πολύτιμα πράγματα είχαν κι ήρθαν στη Ζάκυνθο. Εκεί, πήγαν το Λείψανο στην εκκλησία της Παναγίας του Καλητέρου (Μετόχι των Στροφάδων). Όταν πέρασε ο πόλεμος κ’ έγινε ειρήνη στη στεριά και τη θάλασσα, οι Πατέρες ξαναγύρισαν στα Στροφάδια, παίρνοντας μαζί τους το Λείψανο και τα πολύτιμα πράγματα που είχαν φέρει στη Ζάκυνθο. Αυτή ήταν η πρώτη μετακομιδή του ιερού Σκήνους, που συνδέεται και με πολλά θαύματα του Ιεράρχη Διονυσίου.
Το Λείψανο του Ιεράρχη τοποθετήθηκε από τους Μοναχούς όρθιο στον επισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα στα Στροφάδια.
Στα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αιώνα, οι Μοναχοί των Στροφάδων άρχισαν να ενεργούν για ν’ ανακηρυχθεί Άγιος ο Ιεράρχης Διονύσιος. Έτσι, αφού συγκεντρώθηκαν τα έξοδα του ταξιδιού, με συνεισφορά του Μοναστηριού των Στροφάδων, συγγενών και συμπολιτών του Ιεράρχη Διονυσίου, στάλθηκαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης (1703) αρμόδια πρόσωπα, με πολυσέλιδη αναφορά της Εκκλησίας και Κοινότητας Ζακύνθου, όπου γινόταν ευρύς λόγος για τη ζωή και τα θαύματα του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου.
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, με συνοδική έκθεση, ανακήρυξε τον Αρχιεπίσκοπο Διονύσιο Σιγούρο, Άγιο.

Άγιος Διονύσιος : ο Αγιος της συγνώμης


Οι ανταγωνισμοί των αρχόντων της Ζακύνθου, αντιζηλίες, κυρίως, για τα πρωτεία και τις τιμές του Συμβουλίου της Κοινότητας, είχαν εκδηλωθεί από τα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας. Οι τίτλοι και τα αγαθά, που παραχωρούσε η Βενετία στους άρχοντες για τις πολεμικές τους υπηρεσίες σ’ αυτήν, ανάσταιναν ακόρεστες επιθυμίες ανωτέρων τιμητικών διακρίσεων και φιλοπρωτίας.
Η αρχοντική οικογενειακή παράδοση -ανδραγαθήματα στους πολέμους και ανώτερη κοινωνική επιβολή- αποτελούσε απαραίτητο κριτήριο εξασφαλίσεως υψηλοτέρων αξιωμάτων στην ιεραρχία του Συμβουλίου της Κοινότητας και, γενικότερα, της Βενετσιάνικης αποικιοκρατίας. Ο ανταγωνισμός αυτός των αρχόντων της Ζακύνθου, επόμενο ήταν να εκδηλωθεί εντονότερος ανάμεσα στις οικογένειες εκείνες, οι οποίες είχαν προσφέρει σπουδαίες πολεμικές υπηρεσίες στη Βενετία, εξασφαλίζοντας, έτσι, τα πρωτεία της κοινωνικής ζωής του τόπου. Οι εξέχουσες και συγγενικές οικογένειες των Σιγούρων και των Μονδίνων, ιδιαίτερα ύστερ’ από τη Ναυμαχία του Έπαχτου, φορτωμένες με νέα πολεμικά τρόπαια και δάφνες, απόκτησαν ακόμη περισσότερη δύναμη, όχι μόνο στις τάξεις του αρχοντολογιού, αλλά και στον ίδιο το Λαό. Οι ποπολάροι, ανάλογα με τις υποχρεώσεις, τα αισθήματα και τα συμφέροντα καθενός, εξεθείαζαν τις πολεμικές αρετές και τα κοινωνικά προτερήματα, άλλοι των Σιγούρων και άλλοι των Μονδίνων. Έτσι, άρχισε να χωρίζεται ο ανήσυχος και δραστήριος Αιγιαλός σε δύο μεγάλες αντίπαλες κοινωνικές παρατάξεις οπαδών και αντιπάλων των δύο πρωτευουσών οικογενειών.
Εκείνο τον καιρό (1581), οι σχέσεις των δύο οικογενειών είχαν οξυνθεί, από άγνωστη αιτία. Έτσι, η φιλονικία αυτή, που κατέληξε σε αδιάλλακτη αμοιβαία έχθρα (οφειλόμενη πιθανότατα στους ανταγωνισμούς των ιερατικών αξιωμάτων του Συμβουλίου της Κοινότητας), εύρισκε ζωηρή εριστική απήχηση στους οπαδούς των δύο οικογενειών.
Όπως προκύπτει από τέσσαρες ανέκδοτες πολύτιμες εκθέσεις του Προβλεπτή Ζακύνθου, Giov. Antonio Venier, προς τη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση, χρονολογημένες από 21 Νοεμβρίου 1582, 28 Δεκεμβρίου 1582, 1 Ιουνίου 1583 και 16 Ιουλίου 1583, η αδιάλλακτη έχθρα των δύο πρωτευουσών οικογενειών Σιγούρων και Μονδίνων είχε ξεσηκώσει ολόκληρο τον Αιγιαλό σε δύο αντιμαχόμενες φατρίες, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ταραχές και φόνοι.
Ο Προβλεπτής αναφέρει, στην πρώτη του έκθεση, ότι οι έχθρες και τα μίση των δύο οικογενειών και παρατάξεων, που βρήκε όταν πάτησε το πόδι του στη Ζάκυνθο, «ύστερ’ από μια πομπώδη ειρήνευση», άναψαν πάλι, κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του 1582. (Πιθανότατα, η ανακωχή αυτή ακολούθησε ύστερ’ από την δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, αδελφού του Αγίου Διονυσίου, στις αρχές Δεκεμβρίου 1580). Ο Προβλεπτής δεν αναφέρει τη δολοφονία τούτη, ούτε τα αίτια της «πομπώδους» ανακωχής των δύο οικογενειών. Ο σκοπός των εκθέσεών του, ιδιαίτερα της πρώτης και της δεύτερης, αποβλέπει στο να εκφράσει τις ζωηρές ανησυχίες του για την εξέλιξη της οξύτατης αυτής αντιδικίας των δύο οικογενειών και παρατάξεων, και να κρούση τον κώδωνα του κινδύνου στη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση για μια ενδεχόμενη γενικότερη κοινωνική σύρραξη στη Ζάκυνθο. Οι προσπάθειές του, όπως αναφέρει ο ίδιος, για να ειρηνεύσει τους αντιμαχόμενους, τιμωρώντας ακόμα όσους έδειχναν ανυπακοή, έμειναν άκαρπες και ναυάγησαν. Η κοινωνία του πυκνοκατοικημένου Αιγιαλού ήταν αδιάλλακτα χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και δεν είχε μείνει κανένας ουδέτερος στην οικογενειακή αυτή διένεξη! Ολοένα, κάθε μέρα, μεγάλωναν τα μίση και άναβε ο φανατισμός, με αντεκδικήσεις και φόνους. Ο Προβλεπτής και οι Ευγενείς από το Κάστρο, ήταν αδύνατο, εξ αιτίας της αποστάσεως και των μέσων, να εμποδίσουν ένα γενικότερο κύμα κοινωνικών ταραχών στον ανταριασμένο Αιγιαλό. Απευθύνεται, λοιπόν, ο Προβλεπτής προς τη Βενετσιάνικη Γερουσία, η οποία είχε σημαντικά στρατηγικά συμφέροντα από τη γεωγραφική θέση της Ζακύνθου, και ζητεί να βρει αυτή αποτελεσματικούς τρόπους ειρηνεύσεως των δύο οικογενειών και παρατάξεων. Οι φόνοι, τα επεισόδια και άλλα, άγνωστα έως τώρα, τοπικά γεγονότα της χρονικής περιόδου 1582 – 1583, πλαισιωμένα όλα από την αδιάλλακτη έχθρα των δύο οικογενειών και παρατάξεων, αποτελούν το αντικείμενο των υπολοίπων ανεκδότων εκθέσεων του Προβλεπτή Ζακύνθου Giov. Antonio Venier. Οι πολύτιμες αυτές εκθέσεις αποκτούν ιδιαίτερη αξία για την ιστορική έρευνα της κοινωνίας της Ζακύνθου στα χρόνια εκείνα. Εμείς, ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι εδώ να σταματήσουμε αποκλειστικά και μόνο στο σκοτεινό ζήτημα της δολοφονία του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου.
Ο Ε. Ρ. Ραγκαβής γράφει ότι ο αδελφός του Αγίου Διονυσίου Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε κάποια μάχη στην Πελοπόννησο, στα 1582. Ο Ραγκαβής, ωστόσο, παραλείπει να μνημονεύσει την πηγή από όπου αντλεί την πληροφορία του. Όπως κι άλλες πληροφορίες του Ραγκαβή για τη Ζακυνθινή οικογένεια Σιγούρου, έτσι κι αυτή ελέγχεται ανακριβής.
Ο Λ. Χ. Ζώης απέδειξε, από επίσημα έγγραφα του κατεστραμμένου Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου, ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος ζούσε μέχρι την 14 Ιουλίου 1580, που έδωσε στον Ιω. Μαλλιαρά το περιβόλι του στις Βαρές (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ιω. Δρακόπουλος), και είχε πεθάνει πριν από την 21 Δεκεμβρίου 1580, που ο Ιεράρχης Διονύσιος και ο πενθερός του αδελφού του, Θεόδωρος Παΐδης, παρίστανται ως επίτροποι της κληρονομίας του «ποτέ μισέρ Κωνσταντή Σιγούρου» (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλος).
Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος παντρεύτηκε τη Σταματούλα Θεοδώρου Παΐδη. Από το γάμο του, απέκτησε δύο κόρες, την Παυλίνα και τη Φιορού. Η πρώτη πέθανε νεώτατη κ’ η δεύτερη παντρεύτηκε στα 1600, τον Π. Στυλιανέση. Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος, επιφανής άρχοντας και κτηματίας, απέτυχε την 19 Ιουνίου 1580, ως Σύνδικος της Κοινότητας Ζακύνθου, ψηφίσθηκε, όμως, ως Κήνσωρ, με ψήφους 81 κατά 45. Η αποτυχία του εκείνη να υπερψηφισθή Σύνδικος, μήπως υπήρξε απαρχή της φιλονικίας των Σιγούρων με τους Μονδίνους; Εξέχοντες Υμνογράφοι του Αγίου Διονυσίου, κυρίως, όμως, η αγέραστη και ζωντανή παράδοση της Ζακύνθου, αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος δολοφονήθηκε κι ο φονιάς, κυνηγημένος από τις Αρχές, περιπλανήθηκε άθελά του στα βουνά κι έφθασε στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου ζήτησε άσυλο από τον άγνωστό του Ηγούμενο και αδελφό του θύματος. Ο κακούργος εξομολογήθηκε το φρικτό έγκλημά του στον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας. Ο Άγιος Διονύσιος έκρυψε από τους στρατιώτες και συγχώρησε το φονιά του αδελφού του και, μάλιστα, τον βοήθησε να φύγη με μια βάρκα, μέσα στη νύχτα, για την απέναντι στεριά της Κεφαλονιάς.
Η εγκυρότερη μαρτυρία της συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προέρχεται από τον Υμνογράφο του, Άγγελο Σουμάκη, γνωστό άρχοντα και λόγιο της Ζακύνθου. Ο Άγγελος Σουμάκης ή Συμμάχιος εξυμνεί την πράξη συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προς το φονιά του αδελφού του, την οποία είχε ακούσει ασφαλώς από το στόμα των γονέων, συγγενών και συμπολιτών του, συγχρόνων της ζωής ή του θανάτου του Ιεράρχη.
Παρ’ όλη την έλλειψη ως τώρα σύγχρονης γραπτής μαρτυρίας για τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, εμείς την παραδεχόμαστε, από πολλά επίσημα στοιχεία, ως το ιστορικό γεγονός των αρχών Δεκεμβρίου του 1580. Μια έρευνα στον κυκεώνα των Βενετσιάνικων Αρχείων, πιστεύουμε πως, ανάμεσα σ’ άλλα, θα έφερνε στο φως και το κλειδί του ιστορικού αυτού ζητήματος! Ωστόσο, υπάρχει από τα πράγματα ένα μυστήριο γύρω από την απόκρυψη της δολοφονίας του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου. Η μοναδική έγγραφη πηγή της Ζακύνθου, που θα έλυνε οριστικά το σκοτεινό αυτό ζήτημα, εξαφανίσθηκε σκόπιμα σε άγνωστη εποχή και από άγνωστο πρόσωπο! Ένα μεγάλο «γιατί» γεννιέται αυθόρμητα, ύστερ’ από την ανάγνωση της παρακάτω επίσημης μαρτυρίας του Λ.Χ. Ζώη: «Ανέτρεξα εις πολλάς πηγάς, προς εξακρίβωσιν του θανάτου του (του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου), διεξήλθα κατά λέξιν σχεδόν όλους τους τότε συμβολαιογράφους και άλλα έγγραφα, εζήτησα σχετικάς πληροφορίας εκ των Αρχείων Κερκύρας και Βενετίας, αλλ’ αι παρασχεθείσαι μοι πληροφορίαι ουδόλως διελεύκαναν το τόσω σκοτεινόν, όσω και ενδιαφέρον ζήτημα τούτο. Μία μόνη ευτυχής σύμπτωσις παρουσιάσθη, η οποία και προς στιγμήν εθέρμανε τας ελπίδας μου. Ήτο η ανακάλυψις παρά τω Αρχειοφυλακείω Ζακύνθου του Βιβλίου Αποφάσεων του Κακουργοδικείου των ετών 1580 – 1584, όπου ήλπιζα ότι θ’ ανεύρισκον την καταδικαστικήν απόφασιν του φονέως και την αιτίαν του φόνου του Κωνσταντίνου Σιγούρου, αν, πράγματι, συνέβη τοιούτος. Ατυχώς, αι ελπίδες μου διεψεύσθησαν, διότι εκ του ανωτέρω βιβλίου έχουν αποσπασθή και φαίνονται τα ίχνη της εκραφής τα υπ’ αρ. 5 και 6 (φύλλα), σελίδες τέσσαρες, ακριβώς εις τα φύλλα εκείνα, εις τα οποία διαλαμβάνονται αι καταδικαστικαί αποφάσεις από το τέλος Νοεμβρίου 1580 μέχρι της 6 Μαρτίου 1581. Επίσης, και εκ του τέλους του βιβλίου έχουν αποσπασθή δύο σελίδες, εν αις ονομαστικόν ευρετήριον των περιεχομένων του βιβλίου. Τι να υποθέση τις εντεύθεν; Υπήρχε πράγματι εις τας ελλειπούσας σελίδας το όνομα του φονέως του Κωνσταντίνου Σιγούρου και η αιτία της πράξεως; Και αν υπήρχε, ποία χειρ βέβηλος ή αργυρώνητος απέσπασε τα σελίδας εκείνας; Και οι αποσπάσαντες -διότι, ασφαλέστατα, αι σελίδες απεσπάσθησαν σκοπίμως- ήσαν τάχα ενδιαφερόμενοι, ήσαν συγγενείς του δράστου, ζητήσαντες ούτω ν’ αποκρύψουν από τας μελλούσας γενεάς το όνομα του φονέως του αδελφού του Αγίου, δια την αλγεινήν εντύπωσιν, ή άραγε του παθόντος, φονευθέντος ίσως δια πράξιν, η οποία, χάριν του γοήτρου της οικογένειας των Σιγούρων, θα έπρεπε να μη γίνη γνωστή εις τους μεταγενέστερους; Όπως και αν έχη το πράγμα, μυστήριον καλύπτει την υπόθεσιν ταύτην…».
Και ερωτάται: Την απόσπαση των σελίδων εκείνων, όπου υπήρχε το όνομα του φονιά, τα αίτια της πράξεως, κι η καταδικαστική απόφαση, επραγματοποίησαν οι Μονδίνοι ή οι Σιγούροι; Ας λεχθεί ότι παλιότερα είχε διορισθεί Αρχειοφύλακας Ζακύνθου κάποιος Μονδίνος και, συνεπώς, η απόσπαση των σελίδων ήταν εύκολη. Επίσης, δεν πρέπει ν’ αποκλεισθεί καθόλου και η εκδοχή της αποσπάσεως των σελίδων από την οικογένεια των Σιγούρων, από ευσχημοσύνη προς το πρόσωπο του Αγίου, αν όχι και σύμφωνα με την απαίτηση του ίδιου, για να ειρηνεύσουν τα πνεύματα. Η τελευταία αυτή εκδοχή πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια, επειδή, αν προσέξει κανείς σ’ όλα τα μεταγενέστερα οικογενειακά συμβόλαια του Αγίου Διονυσίου, θα παρατηρήσει ότι σε κανένα απ’ αυτά δε μνημονεύεται ο τρόπος του θανάτου του αδελφού του, αλλά πάντα η έκφραση «ο μακαρίτης μισέρ Κωνσταντής» κι ακόμα, το σπουδαιότερο, ότι ύστερ’ από λίγα χρόνια, η τόσο επιθυμητή συμφιλίωση των δύο οικογενειών είχε πραγματοποιηθεί, χωρίς καμμίαν επέμβαση ή πίεση της Βενετίας. Πίσω απ’ όλα αυτά, είμαστε βέβαιοι ότι υπήρχε η απέραντη ανεξικακία και συγνώμη του Αγίου μας, ο οποίος, αφού ήπιε ολόκληρο το φοβερό εκείνο ποτήρι της δολοφονίας του αγαπημένου του αδελφού, έσφιξε την καρδιά του, κοίταξε ψηλά και αγωνίσθηκε σκληρά με όλους, και πρώτ’ απ’ όλα με τον ίδιο τον εαυτό του, για να ξεχασθή το τρομερό εκείνο έγκλημα, που μάτωσε τόσο την ψυχή του, να ειρηνεύσουν οι δύο πρωτεύουσες οικογένειες και να συμφιλιωθούν οι συμπολίτες του.

Ἀγάλλεται ἡ Ἐκκλησία Χριστοῦ, καὶ πανηγυρίζει φαιδρῶς, τὸν σεπτὸν Διονύσιον


Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Διονύσιος, εκατάγετο από την νήσον της Ζακύνθου, υιός ων γονέων πλουσίων και ευγενών, Mωκίου του επικαλουμένου Σηκούρου, και Παυλίνας,της εκ του γένους των Bαλβίων καταγομένης.Aφ’ ου δε έμαθεν ικανώς τα ιερά γράμματα,και εξ αυτών εφωτίσθη εις το να γνωρίση την ματαιότητατου παρόντος κόσμου,τότε καταφρονήσας ηδονάς, πλούτον, δόξαν, και κάθε απόλαυσιν της παρούσης ζωής, ανεχώρησεν από την πατρίδα του Ζάκυνθον, και επήγεν εις την ιεράν Mονήν των Στροφάδων,ήτις ευρίσκεται αντικρύ της Ζακύνθου.Kαι απέχει μακράν έως τεσσαράκοντα μίλια
Eκεί λοιπόν γενόμενος Mοναχός, έδωκε τον εαυτόν του εις τους πνευματικούς αγώνας της μοναδικής πολιτείας ο τρισμακάριστος, νηστεύων, αγρυπνών, προσευχόμενος, και πάσας τας αρετάς μεταχειριζόμενος, εις τρόπον ότι, υπερέβαινεν όλους τους Πατέρας της Mονής, και αυτούς τους πλέον εναρετωτέρους και γέροντας.Mάλιστα δε και εξαιρέτως ηγωνίζετο να αποκτήση την ταπεινοφροσύνην.Διά τούτο, αγκαλά και ήτον από γένος λαμπρόν, εστοχάζετο όμως τον εαυτόν του από όλους ευτελέστερον και αναξιώτερον.Όθεν εκ των τοιούτων αρετών του ανεβιβάσθη και εις το αξίωμα της Iερωσύνης, χειροτονηθείς βαθμηδόν Aναγνώστης,Yποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος.Eπειδή δε επεθύμησε να υπάγη εις Iερουσαλήμ διά να προσκυνήση τους Aγίους Tόπους, διά τούτο λαβών άδειαν από την αδελφότητα, επέρασεν εις τα Δουκάνησα, ίνα εκείθεν απέλθη ευκολώτερον εις τα Iεροσόλυμα.Περιερχόμενος λοιπόν τας νήσους, επήγε και έως εις τας Aθήνας.Eκεί δε παρακαλεσθείς από τον Άγιον Aθηνών, έγινεν Aρχιεπίσκοπος Aιγίνης, ήτις τότε ήτον χηρεύουσα.
Αλλ’ επειδή η φήμη πανταχού εκήρυττεν αυτόν, και πάντες έτρεχον διά να ακούουν τας μελιρρύτους διδασκαλίας του: τούτου χάριν φοβούμενος ο αοίδιμος, μήπως ο των ανθρώπων έπαινος τον κρημνίση εις κενοδοξίαν, αφήκεν άλλον διάδοχον εις τον θρόνον του, και αυτός εγύρισε πάλιν εις την πατρίδα του Ζάκυνθον εν έτει ‚αφπθ΄ [1589].Tαύτης δε την προστασίαν εδέχθη πρόσκαιρα,διατί ήτον υστερημένη Eπισκόπου.Eίτα ευρών το Mοναστήριον της Θεοτόκου, το καλούμενον της Aναφωνητρίας, επιτήδειον διά ησυχίαν, εκεί εκατοίκησε,και το μέλι της ησυχίας ειργάζετο.
Eις τόσην δε υπερβολήν αγάπης της προς τον Θεόν και της προς τον πλησίον έφθασεν ο αοίδιμος, ώστε οπού, όχι μόνον ηλέει τους πτωχούς από τα εισοδήματα του Mοναστηρίου του, αλλά ακόμη και τοιούτον κατόρθωμα εκατώρθωσε, το οποίον δυσκόλως ευρίσκεται εις άλλον Άγιον.Kωνσταντίνον τον αδελφόν του Aγίου τούτου εφόνευσεν ένας μιαρός άνθρωπος, ο οποίος διωκόμενος από τους συγγενείς του φονευθέντος, επεριπάτει εις τόπους ερήμους.Όθεν, δεν ηξεύρω πώς,κατέφυγε και εις το Mοναστήριον του Aγίου, μη ηξεύρωντας, ότι ο Όσιος ήτον αδελφός του φονευθέντος.Bλέπωντας δε αυτόν όλον φοβισμένον ο Άγιος, τον ερώτησε να ειπή την αιτίαν του τοιούτου φόβου.
O δε είπεν αυτώ, ότι εθανάτωσε Kωνσταντίνον τον Σηκούρον.Tότε ο Όσιος, ανεστέναξε μεν και εδάκρυσε διά τον θάνατον του αδελφού του, μιμούμενος όμως την ανεξικακίαν του Δεσπότου Xριστού, εθάρρυνε τον φονέα με παρηγορητικά λόγια.Και φιλεύωντας αυτόν με κάθε φιλοφροσύνην,τον έκρυψεν εις απόκρυφον τόπον.Mετά ολίγον δε, ελθόντων των συγγενών του Aγίου και διηγουμένων τον άδικον θάνατον του αδελφού του, και ζητούντων τον φονέα,υπεκρίθη ο Άγιος, ότι δεν είχεν είδησιν.Aφ’ ου δε εκείνοι ανεχώρησαν, τότε εσυντρόφευσε τον φονέα έως εις τον αιγιαλόν.
Kαι δίδωντας αυτώ ζωοτροφίαν, τον έπεμψεν εις άλλην χώραν διά να γλυτώση την ζωήν του. Διά τας τοιαύτας λοιπόν αρετάς και κατορθώματά του,ηξιώθη ο Άγιος να λάβη παρά Θεού την δύναμιν των θαυμάτων,και να ενεργή παράδοξα τέρατα.Mέλλωντας γαρ ποτε να περάση ένα ποταμόν, και ευρών αυτόν πλημμυρισμένον, ω του θαύματος! έστησε το ρεύμα του, και ούτω διεπέρασεν αυτόν ομού με τον ακολουθούντα τούτω Διάκονον.
Kαι σώμα νεκρόν γυναικός υπό αφορισμού δεδεμένον, διά συγχωρητικής ευχής διέλυσε. Tο οποίον ωσάν να ήτον ζωντανόν, έκλινε την κεφαλήν του πρότερον εις τον Άγιον.Eίτα πεσόν εις την γην, διελύθη.Aυτός διά του λόγου του έκαμε να πιάσουν οψάρια πολλά εκείνοι οι αλιείς, οπού πρότερον ψαρεύοντες, δεν επίασαν τίποτε.Oυ μόνον δε το χάρισμα των θαυμάτων είχεν ο Όσιος,αλλά και το χάρισμα της διοράσεως και προοράσεως.Όθεν και τα μακράν γινόμενα έβλεπε.
Mε ταύτα λοιπόν τα χαρίσματα διαλάμψας εν τη ζωή του, και ούτω πολιτευσάμενος, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, εν έτει ‚αχκδ΄ [1624], κατά την παρούσαν ιζ΄ του Δεκεμβρίου.
Tο δε άγιον αυτού λείψανον ενταφιάσθη εντίμως εις την προρρηθείσαν Mονήν των Στροφάδων.Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγος καιρός, κατά αποκάλυψιν του Aγίου ανεκομίσθη αυτό εκ του τάφου, και ω του θαύματος! ευρέθη σώον και ολόκληρον, και πνέον ευωδίαν ουράνιον.Tο οποίον ενήργησε και ενεργεί θαύματα πάμπολλα εις τους μετά πίστεως αυτώ πλησιάζοντας.Tώρα δε ευρίσκεται εις την πατρίδα του Ζάκυνθον, ευλαβώς προσκυνούμενον.

πηγή: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού.

Ο Καλόγερος της Ζακύνθου


Εορτάζει σήμερον, τών Ζακυνθίων η πόλις, εορτήν χαρμόσυvοv, σύν τή μοvή τώv Στροφάδωv, Αίγιναν, τήν εv Κυκλάσι προσκαλουμένη, άσμασιv, αξιοχρέως συνευφημήσαι, καί φαιδρώς πανηγυρίσαι, τό κοινόν κλέος, νύv Διονύσιον.

Τού Αγίου ο Οίκος

Σιγησάτωσαν, ήδη σιγησάτωσαν οι μέχρι δεύρο σφαλερώς λέγοvτες, μή είvαι τή θεοσώστω Ζακύvθω τόν οικείοv προστάτην, καί πρός Θεόν πρέσβυv θερμότατον, καθά καί εv πολλαίς τώv επισήμων πόλεων καί χωρών ορθοδόξωv. Ένεστι γάρ καί μάλα καλώς ο σεπτός εν Ιεράρχαις Διονύσιος, ο θαυμαστός Αιγίνης πρόεδρος, ταύτης δέ γόvος ευκλεής καί θρέμμα αξιέπαιvον. Ουκέτι λοιπόν ζηλοί Ζάκυvθος η ευδαίμων Κεφαλληvίαν καί Κέρκυραv, τάς φίλας γείτονας, διά τό αυτάς μέγα σεμνήνεσθαι επί τοίς θείοις καί ιεροίς λειψάνοις Γερασίμου τε καί Σπυρίδωνος, αλλοδαποίς τυγχάνουσιν, αλλ' εκείvας μέν προσφιλώς συγκαλείται πρός φαιδράν παvήγυριv τού ιδίου αυτόχθονος, ώσπερ δή καί προσφόρως τήν εν Κυκλάσι προσφωvεί Αίγιvαν, σύν τή παvσέπτω τώv Στροφάδων Μοvή, τή τό θείον καί ιερόv αυτού σκήνος ευτυχώς θησαυρισάση, τού αξίως ευφημήσαι καί φαιδρώς παvηγυρίσαι, τό κοιvόν κλέος, νύν Διοvύσιοv.

Φωτογραφικό λέυκωμα από το σκήνωμα του Αγίου Διονυσίου, από την λιτανεία Του στη Ζάκυνθο και απο την ομώνυμη Μονή Του









Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κκ Κοσμάς στην πληγείσα Αρχιερατική μας Περιφέρεια

Η Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας στηρίζοντας τους κατοίκους της περιοχής Μακρυνείας Τριχωνίδος, οι οποίοι επλήγησαν από τις πρόσφατες καταστροφικές πλημύρες, ανέλαβε την πρωτοβουλία να συγκεντρωθούν μέσω των Ενοριών στις επαρχίες Μεσολογγίου και Αγρινίου, αρκετά τρόφιμα, ρούχα, κλινοσκεπάσματα, οικιακές συσκευές και άλλα είδη πρώτης ανάγκης.
Η ανταπόκριση των πιστών ήταν άμεση, ώστε την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμάς, μετέφερε μαζί με κληρικούς και λαϊκούς και διένειμε στους κατοίκους του χωριού Ζευγαράκι, τα αγαθά που συγκεντρώθηκαν.
Σημαντική ήταν η συνδρομή των υπηρεσιών της τοπικής Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που με τους καταλλήλους ανθρώπους βοήθησε τόσο στη μεταφορά των συγκεντρωθέντων ειδών πρώτη ανάγκης, αλλά και διευκόλυνε, από την στιγμή των καταστροφών, την πρόσβαση του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου στα σπίτια των πληγέντων, ώστε να ενισχυθούν κατά τη δοκιμασία τους.
Ο Σεβασμιώτατος, κατά την διανομή των αγαθών, είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει και πάλι με τους κατοίκους, ενώ πολύ συγκινημένος εξέφρασε και δημόσια τις ευχαριστίες του προς το πλήρωμα της τοπικής μας Εκκλησίας, για την άμεση και πλούσια ανταπόκριση προς στο κάλεσμά του. 
Η ανθρωπιστική αυτή προσφορά των πιστών είναι ένα μεγάλο γεγονός, το οποίο αποδεικνύει τόσο τα φιλότιμα και φιλάνθρωπα αισθήματα που τρέφουν τα μέλη της τοπικής μας Εκκλησίας, αλλά και την εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν πάντοτε προς τις πρωτοβουλίες της Ιεράς Μητροπόλεώς μας.  

Εκ  του  Γραφείου  Τύπου  και  Επικοινωνίας Της  Ιεράς  Μητροπόλεως  Αιτωλίας  και  Ακαρνανίας








Θεία Λειτουργία αύριο το πρωί στον Ιερό μας Ναό


Αύριο το πρωι και ώρα 07:00 στον Ιερό μας Ναό θα τελεσθεί η Ακολουθία του Όρθρου και εν συνεχεία Θεία Λειτουργία επί τη μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Ελευθερίου

Μνήμη του Αγίου Ελευθερίου


Ο Άγιος Ελευθέριος γεννήθηκε τον 2o αιώνα μ. Χ. στην Ελλάδα (κατά άλλους στην Ρώμη) από πλούσιους γονείς. Τότε αυτοκράτορας ήταν ο Κόμμοδος και ο Σεπτίνος Σεβήρος. Ορφανός από πατέρα, ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου από την ευσεβέστατη και φιλάνθρωπη μητέρα του, Ανθία (της Ευανθίας γόνος, στιχηρό Εσπερινού) (βλέπε ίδια ημέρα) η οποία έγινε χριστιανή ακούοντας το κήρυγμα από μαθητές του Απ. Παύλου.
Διακαής πόθος της Ανθίας ήταν να επισκεφτεί τη Ρώμη, που τα χώματά της είχαν βαφτεί με το αίμα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κάποτε, λοιπόν, αποφάσισε και πήγε. Μαζί πήρε και το νεαρό γιό της Ελευθέριο. Ο επίσκοπος Ρώμης Ανίκητος (βλέπε 17 Απριλίου), όταν είδε τον Ελευθέριο εκτιμώντας την πολλή νοημοσύνη του, τη θερμή πίστη και το αγνό ήθος του, τον έλαβε υπό την προστασία του.
Σε ηλικία 15 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο, διάκονος και έπειτα από τρία χρόνια χειροτονήθηκε ιερέας. Από τη θέση αυτή ο Ελευθέριος αγωνίστηκε με ζήλο για τη διδαχή του ποιμνίου του, και σε έργα φιλανθρωπίας. Αργότερα και σε ηλικία είκοσι ετών, με κοινή ψήφο κλήρου και λαού έγινε επίσκοπος Ιλλυρικού, σημερινής Αλβανίας με έδρα την Αυλώνα.
Μα χειροτονήθηκε τόσο μικρός; Στο ερώτημα δίνει απάντηση ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.... Γράφει σε υποσημείωση του Συναξαριστού του: «Ας μη θαυμάζει κανείς ότι αυτός ο άγιος χειροτονήθηκε σε ηλικία αντίθετη με τους ιερούς κανόνες της 6ης Οικ. Συνόδου και της τοπικής Συνόδου της Νεοκαισαρείας, οι οποίοι ορίζουν ότι ο διάκονος χειροτονείται στη ηλικία των 25 χρόνων, ο πρεσβύτερος στα 30 και ο επίσκοπος πάνω από 30. Αυτό έγινε γιατί ο άγιος Ελευθέριος έζησε πριν ακόμη γίνουν οι παραπάνω κανόνες, οι οποίοι έγιναν αργότερα».
Η χειροτονία του αγίου Ελευθερίου, όπως γράφει κάποιος βιογράφος του, έγινε «κατ’ οικονομίαν» Θεού, λόγω των μεγάλων αρετών και της σοφίας του με την οποία προσείλκυε στον Χριστό τους ειδωλολάτρες. Η γλυκύτητα του λόγου του, που επιβεβαιωνόταν με τα πολλά θαύματα του, έκανε αυτούς που βρίσκονταν στην πλάνη να ασπαστούν την χριστιανική αλήθεια.
Η φήμη της αρετής του Αγίου Ελευθερίου ήταν τόσο μεγάλη που έφτασε μέχρι τη Βρεττανία. Έτσι, ο βασιλιάς της, Λούκιος, έγραψε επιστολή στον Ελευθέριο και του δήλωνε ότι αυτός και ο λαός του επιθυμούσαν να γίνουν χριστιανοί. Ο Ελευθέριος αμέσως ανταποκρίθηκε, στέλνοντας δύο εκπαιδευμένους στην πίστη άνδρες, που κατήχησαν και βάπτισαν χριστιανούς τον Λούκιο με το λαό του.
Όταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος πληροφορήθηκε την χριστιανική δράση του Ελευθερίου διέταξε την σύλληψή του. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια ο Ελευθέριος οδηγήθηκε από τους ειδωλολάτρες στην αρένα της Ρώμης. Τα άγρια ζώα όμως δεν τον άγγιξαν, γι’ αυτό και αποκεφαλίσθηκε μαζί με την μητέρα του.Έτσι ο Άγιος Ελευθέριος πέρασε «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Προς Ρωμαίους, η' 21). Δηλαδή στην ελευθερία της ένδοξης κατάστασης των παιδιών του Θεού.Η Σύναξή του τελείται στο μαρτύριο αυτού, πλησίον του Ξηρολόφου.
Ο Άγιος Ελευθέριος θεωρείται βοηθός των εγκύων γυναικών. Τους δίνει «καλή λευτεριά». Πολλές γυναίκες επικαλούνται τη βοήθεια του και ακουμπούν το εικονισματάκι του αγίου πάνω τους. Η αντίληψη αυτή αναφέρεται και σ’ ένα προσόμοιο στιχηρό της εορτής. «Τῶν ἐπιτόκων γυναίων Πάτερ κηδόμενος, ἐλευθερίαν δίδως, τῷ Ναῷ σου φοιτώσαις....», δηλαδή, Φροντίζεις Πάτερ τις έγκυες γυναίκες που καταφεύγουν στο ναό σου δίνοντας του ελευθερία....

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Φερωνύμῳ σου κλήσει καλλωπιζόμενος, ἐλευθερίαν παρέχεις καὶ ἀπολύτρωσιν, τοῖς προσκάμνουσι δεινῶς, ποικίλας θλίψεσιν, Ἐλευθέριε σοφέ, ἱερῶν καλλονή, Μαρτύρων ἡ ὡραιότης· διὸ μὴ παύσῃ βραβεύων, ἀναψυχὴν τοῖς σὲ γαιρέρουσι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Εν ζωή θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα, καταγεγραμμένα υπό Συμεών του Μεταφραστού, περιεχόμενα στον Μέγα Συναξαριστή.


ΔΙΑΣΩΣΗ ΚΥΠΡΟΥ ΑΠΟ ΑΝΟΜΒΡΙΑ – ΠΕΙΝΑ

Την περίοδο που ο Άγιος Σπυρίδων ήταν Επίσκοπος Τριμυθούντος, ενέσκηψε στην Κύπρο μεγάλη περίοδος ανομβρίας, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει για τον λόγο αυτό και μεγάλη πείνα στη νησί. Καθημερινώς πέθαιναν πολλοί εξαιτίας του λιμού. Ο Άγιος Σπυρίδων, όπως ήταν φυσικό, δεν άντεχε να βλέπει να αφανίζεται καθημερινώς με αυτόν μάλιστα τον τρόπο το λογικό του ποίμνιο, και εξέπεμψε προς τον Θεό δέηση να βρέξει. Με την προσευχή του Αγίου, αμέσως γέμισε ο ουρανός πυκνά νέφη, αλλά για να μην θεωρηθεί ότι η επερχόμενη βροχή θα προκαλείτο από φυσικά γεγονότα, τους νόμους και τα στοιχεία της φύσεως, τα νέφη αυτά οικονόμησε ο Θεός να στέκονται ακίνητα πολύ ώρα χωρίς να βρέχει, έως όπου ο Άγιος επανέλαβε την προσευχή του, οπότε τότε ξεκίνησε η περιπόθητη και ζωογόνος βροχή.

ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΟΜΒΡΙΑΣ – ΠΕΙΝΑΣ

Σε άλλη χρονική περίοδο, κατά την οποία η Κύπρος μαστιζόταν πάλι από λιμό, αναφέρεται ότι οι πλούσιοι έμποροι του νησιού κατακρατούσαν κρυμμένα σε αποθήκες τα τρόφιμα που εμπορεύονταν, προκειμένου από την μεγάλη ζήτηση και την ελάχιστη προσφορά να ανεβαίνουν περισσότερο οι τιμές. Κάποιος άπορος κατέφυγε σε κάποιον φιλάργυρο πλούσιο, προκειμένου να του δανείσει λίγο καρπό για να θρέψει την οικογένειά του. Παρά τα απελπισμένα παρακάλια του, δεν κατόρθωσε να πείσει τον πλούσιο να τον ελεήσει. Κατέφυγε λοιπόν στον Άγιο Σπυρίδωνα, και του εξέθεσε αφενός την προσωπική του ανάγκη, αφετέρου την σκληρή στάση του πλουσίου. Ο Άγιος τον παρηγόρησε λέγοντάς του ότι, την επομένη ημέρα, ο φτωχός αυτός θα δει το σπίτι του γεμάτο από καρπούς, ενώ ο πλούσιος θα χλευάζεται από όλους και να παρακαλά, αν και δεν θα το κάνει αυτό με τη θέλησή του, τον φτωχό να πάρει όσο σιτάρι θα ήθελε. Το ίδιο βράδυ, έβρεξε τόσο πολύ, ώστε κατεστράφησαν οι αποθήκες του πλούσιου, και ξεχύθηκαν οι πρώην ασφαλισμένοι καρποί στο μέσο του δρόμου, από όπου ο καθένας έπαιρνε όσο ήθελε, χωρίς ο πλούσιος πρώην ιδιοκτήτης να μπορεί να κάνει τίποτα για να αποτρέψει αυτό που γινόταν. Μεταξύ όσων επωφελούμενοι μάζευαν τα σιτηρά, ήταν και ο φτωχός που προαναφέραμε. Αφού ο πλούσιος, όταν με τα λόγια και τις απειλές προσπαθούσε να προστατεύσει την περιουσία του όχι μόνο τίποτα δεν κατόρθωνε, αλλά και αντιμετώπιζε τον χλευασμό από το συγκεντρωμένο πλήθος, προκειμένου να δείξει «γνώμη φιλόχρηστον» άρχισε να καλεί το πλήθος να πάρει όσο καρπό ήθελε ο καθένας. Από αυτό το περιστατικό όμως ωφελήθηκε εκείνος ο φτωχός καθώς και άλλοι, ο φιλάργυρος όμως πλούσιος δεν συμμορφώθηκε. 

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΟΦΕΩΣ ΣΕ ΧΡΥΣΟ

Κάποιος φτωχός γεωργός, την περίοδο αυτή του λιμού, κατέφυγε στον εν λόγω πλούσιο, προκειμένου να δανειστεί και ο ίδιος σιτηρά, πιστεύοντας ότι εκείνος ο φιλάργυρος θα σωφρονιζόταν από το πάθημά του. Αυτός όμως δεν μετεβλήθη καθόλου, και αρνήθηκε να δανείσει το παραμικρό. Ο φτωχός κατέφυγε στον Άγιο Σπυρίδωνα και του διηγήθηκε τα πάντα, την δική του ανέχεια και την στάση του πλουσίου. Ο Άγιος παρηγόρησε τον άνθρωπο εκείνο και τον έστειλε πίσω στο σπίτι του. Την επομένη, ο Άγιος, βγαίνοντας έξω από το σπίτι του, βρήκε κάποιο φίδι, το μάζεψε με τα χέρια και το φίδι μετεβλήθη σε χρυσό. Αυτό το χρυσό αντικείμενο πήγε ο ίδιος ο Άγιος στο σπίτι του φτωχού και του το παρέδωσε, προκειμένου να δανειστεί χρήματα βάζοντάς το ενέχυρο. Όταν ήλθε η νέα σοδειά, το χωράφι αυτού του φτωχού απέδωσε τόσο πολύ καρπό, ώστε εκείνος και όλες του τις ανάγκες κάλυψε, αλλά και το χρέος που είχε αναλάβει ξεπλήρωσε. Θέλησε λοιπόν, παίρνοντας πίσω το ενέχυρο, να το επιστρέψει στον Άγιο. Εκείνος πήρε το χρυσό φίδι, και μπροστά στα μάτια του ανθρώπου εκείνου προσευχήθηκε και μετεβλήθη πάλι το άψυχο χρυσό αντικείμενο σε ζωντανό φίδι, το οποίο ελεύθερο έφυγε για τη φωλιά του.

ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΧΕΙΜΑΡΡΟΥ – ΔΙΑΣΩΣΗ ΚΑΤΑΔΙΚΟΥ

Κάποιος φίλος του Αγίου, ενάρετος άνθρωπος συκοφαντήθηκε, οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Όταν το έμαθε ο Άγιος, ξεκίνησε να βρει τον έπαρχο της περιοχής, προκειμένου να γλιτώσει τον φίλο του από τον άδικο θάνατο. Ήταν χειμώνας, και καθώς είχε βρέξει πολύ, είχε πλημμυρίσει ένα ποτάμι και δεν υπήρχε πέρασμα για να περάσουν απέναντι. Ο Άγιος προσευχόμενος διέταξε το ποτάμι να σταματήσει. Αυτό πράγματι σταμάτησε να τρέχει και από το κενό που δημιουργήθηκε πέρασαν και ο Άγιος αλλά και όλοι οι συνοδοιπόροι του, οι οποίοι και διηγήθηκαν το γεγονός στην πόλη. Ο έπαρχος μάλιστα, πληροφορηθείς και αυτός το θαύμα, ευλαβήθηκε τόσο τον Άγιο, ώστε αμέσως ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Αγίου, έδωσε χάρη σε εκείνον τον άνθρωπο που είχε άδικα καταδικαστεί και τον ελευθέρωσε.

ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Μετά από μια μακρά και κοπιαστική οδοιπορία του ο Άγιος κατέλυσε στην οικία κάποιου φίλου του, ο οποίος με μεγάλη χαρά τον υποδέχτηκε και τον φιλοξένησε, ετοίμασε μάλιστα μια λεκάνη με νερό για να του πλύνει τα πόδια. Τον ερχομό του Αγίου πληροφορήθηκαν και άλλοι στην περιοχή, και έσπευσαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευχή του. Μεταξύ αυτών ήταν και μια γυναίκα που είχε ζωή ιδιαιτέρως αμαρτωλή. Θέλησε αυτή να πλησιάσει και να φιλήσει τα πόδια του Αγίου. Αυτός, γνωρίζοντας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος την αμαρτία της γυναίκας, την απέτρεψε, λέγοντάς την να μην τον ακουμπήσει, με τρόπο όμως πολύ ήπιο ώστε να μην ακούσει κανείς άλλος. Εκείνη δεν υπάκουσε, και τον πλησίασε περισσότερο. Ο Άγιος τότε την έλεγξε με έντονο ύφος, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι παριστάμενοι, για την αμαρτία της, την οποία και κατονόμασε. Η γυναίκα τότε ήρθε σε συναίσθηση της αμαρτίας της, μετανόησε, έπεσε στα πόδια του Αγίου και με θερμά δάκρυα εξομολογήθηκε ενώπιον πάντων την αμαρτία της, ζητώντας συγχώρηση. Όπως ήταν φυσικό, ο Άγιος την συγχώρεσε και την ενθάρρυνε να ζήσει μακριά από την αμαρτία. Αυτή η διάκριση του Αγίου, η οποία και έφερε σε μετάνοια την γυναίκα αυτή, αλλά και αυτή η μεταστροφή της γυναίκας, αποτέλεσαν και σε άλλους αιτία διορθώσεως.

ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ ΝΕΚΡΗΣ ΚΟΡΗΣ

Η μονάκριβη κόρη του Αγίου, Ειρήνη, πέθανε όταν ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη Νίκαια όπου πραγματοποιήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος. Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του Αγίου στην πατρίδα του, κάποια γυναίκα ήρθε σε αυτόν κλαίγοντας και του είπε πως είχε αυτή δώσει παρακαταθήκη (για φύλαξη δηλαδή) στην κόρη του Αγίου κάποιο πολύτιμο κόσμημα, και τώρα πια δεν θα μπορούσε να το βρει αφού η Ειρήνη πέθανε χωρίς να πει σε κανέναν πού το είχε φυλάξει. Ο Άγιος, αφού επιμελώς ερεύνησε όλο το σπίτι και δεν το βρήκε, πήγε στον τάφο της κόρης του, μάλιστα δε όχι μόνος του αλλά με συνοδεία αρκετών, στάθηκε πάνω στο μνήμα της νεκρής και της μίλησε σαν να ήταν ζωντανή και παρούσα, ρωτώντας την πού είχε βάλει το κόσμημα, εκείνη του αποκρίθηκε πού το είχε κρυμμένο, και ο Άγιος, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, την αποχαιρέτησε στέλνοντάς την στην ανάπαυσή της. Το θαύμα αυτό ολοκληρώθηκε όταν πήγε ο Άγιος με τη συνοδεία εκείνη στον τόπο που υπέδειξε η νεκρή και εκεί πράγματι βρήκε το κόσμημα, το οποίο και παρέδωσε στην γυναίκα που το είχε ζητήσει.

ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΑΡΒΑΡΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ ΑΥΤΗΣ

Σε κάποιο σπίτι όπου φιλοξενείτο ο Άγιος εισήλθε μία γυναίκα αλλοεθνής, μη γνωρίζουσα μάλιστα ελληνικά, κρατώντας στην αγκαλιά της νεκρό βρέφος, αυτό το βρέφος έθεσε στα πόδια του Αγίου, και με δάκρυα του έκανε νεύματα να το αναστήσει. Ο άγιος από ταπείνωση δεν ήθελε να τολμήσει να ζητήσει κάτι τόσο μεγάλο από τον Θεό, και συμβουλεύθηκε για αυτό τον διάκονό του Αρτεμίδωρο. Εκείνος τον προέτρεψε να λυπηθεί εκείνη την πονεμένη μάνα. O Άγιος ταπεινώς αλλά θερμώς προσευχήθηκε στον Κύριο για το νεκρό εκείνο βρέφος, και πράγματι, εκείνο αναστήθηκε και ζητούσε να φάει. Η μητέρα όμως του παιδιού, βλέποντας το τερατώδες αυτό γεγονός, από το υπερβολικό του πράγματος αλλά και από την άμετρη χαρά της έπεσε νεκρή. Μετά από νέα παραίνεση του διακόνου Αρτεμιδώρου, ο Άγιος προσευχήθηκε πάλι, αυτή τη φορά για τη νεκρή μητέρα, και πράγματι αναστήθηκε και εκείνη. Το γεγονός αυτό διέταξε ο Άγιος την γυναίκα και τον διάκονό του να μην το φανερώσουν πουθενά, και δεν μαθεύτηκε παρά μόνον μετά την κοίμησή του.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΠΑΤΗΣ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ – ΠΩΛΗΣΗ ΑΙΓΩΝ

Όταν είχε επιστρέψει πια στην Κύπρο από την Αντιόχεια, ο Άγιος συμφώνησε με κάποιον να του πουλήσει εκατό κατσίκες από το κοπάδι του. Είπε μάλιστα ο Άγιος, να βάλει ο αγοραστής το συμφωνηθέν τίμημα σε κάποιο μέρος και να πάει ο ίδιος να διαλέξει και να πάρει τα ζώα. Ο άλλος όμως, βλέποντας ότι ο Άγιος δεν μετρούσε τα χρήματα, κράτησε το αντίτιμο μιας και πλήρωσε για τις άλλες ενενήντα εννιά. Ο άγιος κατάλαβε τον δόλο του ανθρώπου, και του είπε να μπει στο κοπάδι και να πάρει όσες είχε ξεπληρώσει. Εκείνος όμως πήρε εκατό, αλλά καθώς ξεκίνησε να φύγει, η κατσίκα επέστρεψε στο κοπάδι του Αγίου. Όσο και αν προσπαθούσε να την αποσπάσει ο άνθρωπος αυτός από εκεί, δεν κατάφερνε τίποτα. Το ζώο αντιμαχόταν με μεγάλο πείσμα, σαν να μην ήθελε με τίποτα να φύγει από το κοπάδι. Ο Άγιος τότε, πολύ διακριτικά, τον ρώτησε μήπως είχε ξεχάσει να πληρώσει για το ζώο, οπότε για αυτό εκείνο δεν ήθελε να πάει μαζί του. Ο αγοραστής τότε συναισθάνθηκε την αδικία που έπραξε και την αγιότητα του ανθρώπου που ήθελε να αδικήσει, ζήτησε συγνώμη και πλήρωσε το αντίτιμο και του ζώου αυτού.

ΤΙΜΩΡΙΑ ΑΝΥΠΑΚΟΥΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ

Σε κάποιο χωριό, όπου πήγε για κάποια υπόθεσή του, ο Άγιος θέλησε να τελέσει εσπερινό, όντας όμως κατάκοπος από το ταξίδι του διέταξε τον διάκονο του χωριού εκείνου να πει τα μαθήματα του εσπερινού σύντομα. Ο διάκονος όμως, θέλοντας να αυτοπροβληθεί για τη μουσική του ικανότητα και τη φωνή του, ξεκίνησε να λέει το «κύριε εκέκραξα» σε πολύ αργό μέλος. Ο άγιος βαρύνθηκε, και αυστηρά του είπε να σωπάσει. Από εκείνη τη στιγμή ο διάκονος έχασε τελείως τη φωνή του και έμεινε βουβός. Ο Άγιος τελείωσε μόνος του τον εσπερινό, και φυσικά, όταν ο διάκονος και οι συγγενείς του θερμά τον παρακάλεσαν να ευσπλαχνισθεί τον διάκονο, ο Άγιος προσευχήθηκε, και η φωνή επανήλθε στον διάκονο, όχι όμως υψηλή και γλυκιά όπως αρχικά, αλλά λίγο πιο βραχνή, ώστε πια να μην επαίρεται.

ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

Κάποια φορά ο Άγιος λειτουργούσε μόνος του, μάλιστα χωρίς να έχει προσέλθει κανείς άλλος στον ναό παρά μόνον ο διάκονός του, ο οποίος έκανε τον εκκλησιαστικό (άναβε τα καντήλια, τα εισοδικά κλπ). Κάποια στιγμή που ο λειτουργός απευθύνθηκε προς το νοητό εκκλησίασμα, ευλογώντας το και εκφωνώντας «ειρήνη πάσι», ακούστηκε πολύ δυνατά και αρμονικά, σαν από χορωδία η απάντηση «και τω πνεύματί σου», παρομοίως δε ακούγονταν σε κάθε αίτηση που εκφωνούσε ο Άγιος «κύριε ελέησον», μάλιστα τόσο καθαρά και δυνατά, που ακούστηκαν και έξω από την εκκλησία σε πολλούς, οι οποίοι παρακινημένοι από την γλυκύτητα της ψαλμωδίας εισέρχονταν στο ναό, και εκεί έβλεπαν μόνον τον λειτουργούντα αρχιερέα και κανέναν άλλο, εξακολουθούσαν όμως να ακούν ολόκληρη την ψαλμωδία.

ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΑΙΟΥ

Ενώ βρισκόταν ο Άγιος στη μέση κάποιας εσπερινής ακολουθίας, είδε ότι είχε σωθεί το λάδι στο καντήλι και επρόκειτο να σβήσει. Λυπήθηκε τότε, γιατί δεν είχε άλλο λάδι να βάλει, όμως απάντηση στη λύπη αυτή ήρθε από τον ουρανό: θεία δύναμις εξεχείλισε με λάδι το καντήλι, ώστε να χύνεται και κάτω, γέμισαν δε από εκείνο το λάδι οι υπηρέτες του ναού πολλά δοχεία.

ΔΙΟΡΑΤΙΚΟ ΧΑΡΙΣΜΑ

Κάποια φορά επισκέφθηκε ο Άγιος στην Κυρήνεια τον φίλο του Τριφ΄θλλιο, ο οποίος τότε ήταν εκεί επίσκοπος. Καθώς περπατούσαν οι δύο σε μια ωραία τοποθεσία, ο Τριφύλλιος επεθύμησε, ζηλεύοντας την ομορφιά του τοπίου, να αποκτήσει και ο ίδιος εκεί κάποιο περιβόλι. Ο Άγιος κατάλαβε τι σκεφτόταν ο φίλος του, και χωρίς εκείνος να του πει τίποτα τον συμβούλεψε να μην ποθεί τα επίγεια και προσωρινά, αλλά τα ουράνια και αιώνια, αυτά για τα οποία πράγματι είναι προορισμένος ο άνθρωπος. Όπως ήταν φυσικό, ο Τριφύλλιος εξεπλάγη από την διάκριση του Αγίου.Αυτό του το χάρισμα ήταν αιτία να στραφεί στην αληθινή των Χριστιανών πίστη ένας ειδωλολάτρης. Κάποτε φιλοξένησε ο Άγιος μια ευσεβέστατη γυναίκα, η οποία είχε ειδωλολάτρη σύζυγο. Εκείνος είχε μεν μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπο του Αγίου, δεν άκουγε όμως με τίποτα τις συμβουλές και προτροπές αυτού να ακολουθήσει την χριστιανική πίστη. Αφού ο Άγιος παρέθεσε τράπεζα στο ζευγάρι αυτό, την ώρα που συνέτρωγαν γύρισε και είπε στον υπηρέτη του δυνατά, ώστε να ακούγεται από όλους, ότι ο βοσκός τους αποκοιμήθηκε και έχασε το κοπάδι τους και για αυτό τώρα έρχεται να τους το αναγγείλει, είναι μάλιστα έξω από την πόρτα, είπε δε στους υπηρέτες να μην αποπάρουν τον βοσκό αλλά να τον καθησυχάσουν γιατί το κοπάδι είναι ασφαλισμένο σε κάποιο μέρος, το οποίο ο Άγιος κατονόμασα. Πράγματι όλα έγιναν έτσι όπως τα ανέφερε ο Άγιος. Μόλις τέλειωσε τα λόγια του, χτύπησε την πόρτα ο βοσκός του και κλαίγοντας του διηγήθηκε πως αποκοιμήθηκε και έχασε τα πρόβατα, οι υπηρέτες τον έστειλαν να ψάξει στο μέρος που υπέδειξε ο Άγιος, και μετά από λίγη ώρα ο βοσκός επανήλθε λέγοντας πως βρήκε το κοπάδι στο υποδειχθέν μέρος. Όπως ήταν φυσικό, ο ειδωλολάτρης, ενώπιον του οποίου συντελέσθηκαν όλα αυτά, θαύμασε τον Άγιο και πίστεψε και ο ίδιος στον αληθινό Θεό.
A΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Η Αγία και περιώνυμος Α΄ Οικουμενική Σύνοδος συναθροίσθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο στην Νίκαια το 325μΧ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η καλπάζουσα αίρεση του Αρείου (βασική της θέση ήταν ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήταν κτίσμα, και όχι προαιώνιος ο ίδιος Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός). Σε αυτήν έλαβαν μέρος 318 θεοφόροι Πατέρες, μεταξύ των οποίων οι Άγιοι Επίσκοποι Σπυρίδων (Τριμυθούντος), Νικόλαος (Μύρων), Παφνούτιος (Άνω Θηβαΐδος), Απολλόδωρος (Κερκύρας), ο τότε ιερομόναχος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρος, εκπροσωπόντας τον κλινήρη Αρχιεπίσκοπο Κων/πόλεως Μητροφάνη, ο τότε ιεροδιάκονος και μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μέγας Αθανάσιος, εκπροσωπόντας τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι είχαν να αντιμετωπίσουν την χαρισματική προσωπικότητα του Αρείου αλλά και πλήθος ομοδόξων με αυτόν Αρχιερέων (Νικομηδείας Ευσέβιος, Νικαίας Θέογνις, Χαλκηδόνων Μακάριος κ.α.) Στις συζητήσεις που γίνονταν συμμετείχε με το μέρος του Αρείου και κάποιος γνωστότατος της εποχής φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, του οποίου η φυσική ευγλωττία και η ευρύτατη μόρφωση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους Ορθοδόξους. Σε αυτόν απευθύνθηκε ο άγιος Σπυρίδων, σε κάποια αποστροφή του λόγου του, και τον κάλεσε να συνομιλήσει μαζί του. Ο Άγιος Σπυρίδων προέβη σε Ορθόδοξη Ομολογία Πίστεως, ονομάζοντας τον Ιησού Χριστό Υιό και Λόγο του Θεού αληθή, Ομοούσιον με τον Πατέρα, Σύνθρονον, Ομότιμον και Ομόδοξον, πρόσθεσε δε ότι αν και η Αγία Τριάς αποτελείται από τρία διακριτά πρόσωπα, τρεις υποστάσεις, εν τούτοις τα πρόσωπα αυτά είναι ένας Θεός, μία Ουσία άρρητος και ακατάληπτος. Και προς πίστωση των λόγων του αυτών, πήρε στο αριστερό του χέρι ένα κεραμίδι. Έκανε με το δεξί του χέρι το σημείο του σταυρού και αναφώνησε «εις το όνομα του Πατρός»: αμέσως η φωτιά με την οποία είχε ψηθεί το κεραμίδι ανέβηκε ως φλόγα προς τα πάνω. Λέγοντας «και του Υιού», το νερό με το οποίο πλάστηκε το κεραμίδι χύθηκε κάτω, όταν είπε «και του Αγίου Πνεύματος», άνοιξε το χέρι του και φάνηκε μέσα στη χούφτα του το χώμα που είχε απομείνει, και με το οποίο είχε κατασκευαστεί το κεραμίδι. Ήταν τέτοια η εντύπωση που προκάλεσε το θαύμα αυτό, ώστε ο φιλόσοφος εκείνος Ευλόγιος ομολόγησε ότι νικήθηκε και ακολούθησε και ο ίδιος το Ορθόδοξο δόγμα, από τους υπόλοιπους δε υποστηρικτές του Αρείου μόνον έξι παρέμειναν με αυτόν μετά το θαύμα αυτό, όλοι οι υπόλοιποι μεταστράφηκαν.
Σχετικά με την παρουσία του Αγίου στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αναφέρεται και το εξής θαύμα, το οποίο δεν έχει καταγραφεί, αλλά έχει διασωθεί διά της προφορικής παραδόσεως. Ο Άγιος, πηγαίνοντας στη Νίκαια, ταξίδευε με τον διάκονό του πάνω σε δυο άλογα, ένα μαύρο και ένα άσπρο. Κάποιο βράδυ, σε κάποιο πανδοχείο που κατέλυσε, συναντήθηκε με μία ομάδα κληρικών που επίσης ταξίδευαν για να λάβουν μέρος στη Σύνοδο, αυτοί όμως ήταν θερμότατοι υποστηρικτές της αιρέσεως του Αρείου. Όταν κατάλαβαν ότι ο Άγιος Επίσκοπος Τριμυθούντος που πήγαινε στη Σύνοδο δεν είχε τις ίδιες με αυτούς δοξασίες, θέλησαν να τον εμποδίσουν να φτάσει στη Νίκαια, οπότε αλλοιώνοντας έτσι τη σύνθεση της Συνόδου θα είχαν μεγαλύτερες ελπίδες σε μια ενδεχόμενη τελική ψηφοφορία. Το βράδυ λοιπόν εκείνο θανάτωσαν τα δύο άλογα του Αγίου, για να σιγουρευτούν μάλιστα κατέκοψαν τελείως τα κεφάλια από αυτά. Το πρωί, πηγαίνοντας ο διάκονος να ετοιμάσει τα ζώα για να φύγουν, είδε τι είχε γίνει και το διηγήθηκε απελπισμένος στον Άγιο. Εκείνος, με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, του παρήγγειλε να βάλει τα κεφάλια των αλόγων πίσω στη θέση τους, μετά να τα σελώσει και να τα βγάλει έξω για να φύγουν. Ο διάκονος υπάκουσε, κατά Θεία Πρόνοια όμως έκανε ένα λάθος: μη διακρίνοντας καλά στο σκότος του στάβλου έβαλε τα κεφάλια των ζώων ανάποδα, δηλαδή το καθένα στον κορμό του άλλου. Τα ζώα πραγματικά ζωντάνεψαν, και οι δύο, ο Άγιος και ο διάκονός του, συνέχισαν το ταξίδι. Πριν φτάσουν στη Νίκαια συναντήθηκαν ξανά με την ομάδα εκείνη των αιρετικών, οι οποίοι όμως τώρα εξεπλάγησαν βλέποντας τα δύο εκείνα ζώα που οι ίδιοι σκότωσαν να είναι ζωντανά, και μάλιστα το καθένα να φέρει το κεφάλι του άλλου, το μαύρο άλογο να έχει άσπρο κεφάλι, το δε άσπρο άλογο να έχει μαύρο κεφάλι. Κατάλαβαν τι είχε συμβεί, και αναγνωρίζοντας έτσι την αγιότητα του Αγίου Σπυρίδωνα παραδέχτηκαν και την ορθόδοξή του πίστη: ήταν οι ίδιοι καλοπροαίρετοι, και αναλογίστηκαν ότι προφανώς η αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται παρά με το μέρος εκείνου του αγίου Επισκόπου

Bίος και πολιτεία του Αγίου Σπυρίδωνα του θαυματουργού


Ο Άγιος Πατήρ ημών Σπυρίδων, Έλληνας το γένος, γεννήθηκε στην Κύπρο, σε μια περιοχή που ονομάζεται Άσσια, περίπου το 270μΧ. Νυμφεύθηκε και απέκτησε μία θυγατέρα, την οποία ονόμασε Ειρήνη. Χήρεψε όμως σχετικά σύντομα, οπότε έγινε δυνατό πια αυτό που ήταν επιθυμία όλων στην περιοχή του, να καταστεί επίσκοπός τους. Ο Άγιος Σπυρίδων εκλέχτηκε και χειροτονήθηκε Επίσκοπος Τριμυθούντος (η περιοχή σήμερα κατά παραφθορά ονομάζεται Τρεμετουσιά, βρίσκεται δε στην πλευρά των κατεχομένων εδαφών). Ο Άγιος δεν ήταν πολυπράγμων, αλλά όντας ήσυχος χαρακτήρας αγαπούσε τον μονήρη βίο. Δεν είχε μεν βαθιά παιδεία, ούτε υπήρξε σπουδαίος ρήτορας, αλλά από την άλλη δεν πρέπει να θεωρείται και αστοιχείωτος και αγράμματος, όπως καθ’ υπερβολήν έχει επικρατήσει να λέγεται προκειμένου να τονιστεί το θαύμα που έπραξε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια. Παρομοίως, σίγουρα δεν ήταν φτωχότατος, αλλά είχε κοπάδι με αιγοπρόβατα αλλά και κάποια κτήματα. Ο άγιος συνελήφθηκε κατά τον επί Μαξιμίνου διωγμό (308 – 313μΧ), πιθανόν δε να απελευθερώθηκε δυνάμει του διατάγματος των Μεδιολάνων (313μΧ). Έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, στα πρακτικά της οποίας όμως δεν φέρεται υπογεγραμμένος, την εκεί παρουσία του όμως μαρτυρούν αφενός το πασίγνωστο θαύμα του κεραμιδιού, αφετέρου ιστορικοί της Εκκλησίας (Σωκράτης Σχολαστικός, Μιχαήλ Γλυκάς κ.α.) Μαρτυρείται επίσης ότι ο Άγιος Σπυρίδων συμμετείχε και στην εν Σαρδικεί Σύνοδο, μαζί με άλλους έντεκα Επισκόπους από την Κύπρο, περίπου το 342 ή 343μΧ. Ο Άγιος Σπυρίδων εκοιμήθη ειρηνικά το 348μΧ.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ

Μετά την κοίμηση του Αγίου, το σώμα του τοποθετήθηκε σε μαρμάρινη λάρνακα (υπάρχει έως και σήμερα η λάρνακα αυτή). Εκεί έμεινε για τρεις αιώνες περίπου, οπότε το 648, εξαιτίας των εκτεταμένων επιδρομών των Σαρακηνών, μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη για ασφάλεια. Τριακόσια έτσι περίπου χρόνια μετά την κοίμηση και ταφή του Αγίου, το άριστα διατηρημένο σώμα του ανακομίστηκε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Όταν τη νύχτα εκείνη του 1453 καταλήφθηκε η Πόλις από τους Οθωμανούς, ένας από τους ιερείς του ναού, ονομαζόμενος Γεώργιος Καλοχαιρέτης, μετέφερε τα λείψανα των Αγίων Σπυρίδωνος και Θεοδώρας σε πλοίο, στο οποίο επιβιβάστηκε ο ίδιος με την οικογένειά του με προορισμό την Κέρκυρα. Αρχικά τα δύο αυτά Ιερά Λείψανα φιλοξενήθηκαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου και παρέμειναν αρκετά χρόνια, ακόμα και μετά την θάνατο του ιερέα Γεωργίου Καλοχαιρέτη το 1465.. Από τον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου, ο ιερέας Φίλιππος Καλοχαιρέτης μετέφερε το Ιερό Λείψανο στον Ιερό Ναό του Αγίου Λαζάρου, κάπου περίπου στα νοτιοδυτικά του Νέου Φρουρίου, όπου και παρέμεινε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα (ίσως μόλις έξι μήνες), και από εκεί μεταφέρθηκε στον Ιερό Ναό Ταξιάρχου Μιχαήλ (στο 0βριοβούνι). Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1528 ή 1531-32, οπότε μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο ναό που είχε χτιστεί προς τιμήν του Αγίου στην περιοχή του Σαρρόκου.
Τον Αύγουστο του 1537 η Κέρκυρα πολιορκήθηκε από πολυάριθμες τουρκικές δυνάμεις, επικεφαλής των οποίων ήταν ο περιβόητος πειρατής Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα. Χιλιάδες Κερκυραίοι είχαν τότε φονευθεί από τον τουρκικό στρατό, που ανενόχλητος αλώνιζε καταστρέφοντας την Κερκυραϊκή ύπαιθρο, ενώ γύρω στους 22.000 ήταν οι αιχμάλωτοι Κερκυραίοι που πουλήθηκαν σκλάβοι στην Πόλη. Ο Ενετός στρατηγός Φαβιέρος, υποχρέωσε τον άμαχο πληθυσμό της πόλης να παραμείνει έξω από τα τείχη του Φρουρίου, προκειμένου αυτοί να κορέσουν την μανία των Τούρκων, και έτσι οι προνομιούχοι που είχαν καταφύγει εντός των τειχών του Φρουρίου να γλίτωναν. Παράλληλα, έλαβε χώρα και η απάνθρωπη δοσοληψία, να εκβιάζονται όσοι είχαν κάποια περιουσία, προκειμένου να εξαγοράσουν τη δυνατότητα εισόδου τους μέσα στο φρούριο και να σωθούν. Ολόκληρη η παλαιά πόλη της Κέρκυρας ήταν κτισμένη μέσα στο παλαιό κάστρο, και είχε έτσι άριστη θωράκιση από ανάλογες επιδρομές, είχε όμως χώρο αρκετά περιορισμένο. Αυτή την δύσκολη περίοδο ο Σταματέλλος Βούλγαρις κατόρθωσε να μεταφέρει το Ιερό Λείψανο του Αγίου σε έναν ναΐσκο μέσα στο Φρούριο, τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων. Οι Τούρκοι την χρονιά εκείνη, μάλιστα δε τους μήνες του καλοκαιριού, αντιμετώπισαν πρωτοφανή και ανεξήγητη για την εποχή κακοκαιρία, και ήταν αυτή η κακοκαιρία που τους ανάγκασε να λύσουν, κατά τα λεγόμενα του ίδιου του Μπαρμπαρόσσα στο Σουλτάνο, την πολιορκία της πόλης της Κέρκυρας και να αποχωρήσουν από το νησί.
Δεύτερη φορά πολιόρκησαν οι Τούρκοι το νησί το 1571, και τούτη τη φορά η παρουσία τους ήταν περισσότερο καταστροφική και από την προηγουμένη. Μεταξύ άλλων λεηλάτησαν και κατέστρεψαν ολοσχερώς και το προάστειο των εξωκαστρινών (εξωπόλι), περίπου το σημερινό Σαρρόκο. Ακολούθησε εκ νέου επιδρομή το 1573, την οποία όμως οι Κερκυραίοι, με τη βοήθεια της ενετικής φρουράς, αντιμετώπισαν επιτυχώς. Οι εργασίες για την οικοδόμηση μεγαλοπρεπούς ναού ξεκίνησαν, και μετά την αποπεράτωση της στέγης το 1589, και πριν ακόμα οι εργασίες ολοκληρωθούν, το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος μεταφέρθηκε στον ομώνυμο, εντός της πόλης, Ιερό Ναό του, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ιερός Ναός του Αγίου Σπυρίδωνος δεν έχει δυτική είσοδο (ίσως να είναι ο μοναδικός στην Κέρκυρα ναός που δεν έχει δυτική είσοδο), γιατί η οικογένεια των Βουλγάρεων έχτισε την ιδιόκτητη οικία της εφαπτομένη στη δυτική πλευρά του ναού: η υπάρχουσα δυτική θύρα του ναού οδηγεί στο γυναικωνίτη, παλαιότερα δε κατευθείαν στο σπίτι των Βουλγάρεων. Με τη μία ή την άλλη μορφή, το Ιερό Λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος έμεινε στην κατοχή της οικογένειας αυτής μέχρι τα μέσα σχεδόν του 20ου αιώνος! Πάντοτε κάποιος γόνος της οικογένειας αυτής φρόντιζε να γίνεται ιερέας, ώστε να υπηρετεί στο ναό του Αγίου και να διαχειρίζεται αυτόν. Αυτό τερματίστηκε επί μακαριστού Μητροπολίτου Κερκύρας Μεθοδίου Κοντοστάνου, ο οποίος σθεναρά και παρά τις όποιες πιέσεις αρνήθηκε να χειροτονήσει ιερέα από την οικογένεια αυτή. Τυπικά οι διεκδικήσεις των Βουλγαρέων τερματίστηκαν επί δικτατορίας, όταν εκδόθηκε διάταγμα που χαρακτήριζε το Ιερό Προσκύνημα Του Αγίου Σπυρίδωνος Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

ΛΙΤΑΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΟΥ ΣΚΗΝΩΜΑΤΟΣ
Το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα λιτανεύεται 4 φορές το χρόνο είς ανάμνηση θαυμάτων του Αγίου.Πιο συγκεκριμένα
Κυριακη των Βαϊων 1η διάσωση της Κέρκυρας από Λιμό
Μεγαλο Σαββατο 2η διάσωση της Κέρκυρας από Λιμό
11 Αυγουστου πολιορκια Τουρκικου Στολου
Α΄ Κυριακη Νοεμβριου 3η διάσωση της Κέρκυρας από Λιμό

Πράος καί κληρονόμος τής γής, σύ τών πραέων αληθώς αναδέδειξαι, Σπυρίδων Πατέρων η δόξα


Όσιε Πάτερ μακάριε, Σπυρίδων σοφέ, τήν νεκράν ώσπερ ζώσαν, επηρώτας δι’ αγάπην Θεού, όφιν δέ μετέβαλες εις χρυσόν, ο πενίαν ασκών, ρύσιν δέ επέσχες ποταμού, συμπαθήσας λαώ, Βασιλεί δέ παρέστης ιατήρ, τή προνοία Θεού. νεκρούς δέ πάλιν ήγειρας, ως αυτού μαθητής, τήν πίστιν δέ ετράνωσας, αναμέσον Πατέρων πολλών, Πάντα ούν ισχύων εν τώ ενδυναμούντί σε Χριστώ, αυτόν καί νύν ικέτευε, σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

«Ο Θαυματουργός, καν, τέθνηκε Σπυρίδων, του θαυματουργείν ουκ έληξεν εισέτι»


 Ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Σπυρίδων, επίσκοπος Τριμυθούντος ο Θαυματουργός, έζησε τον 4ο αιώνα στην Κύπρο. Ήταν βοσκός στο επάγγελμα, έγγαμος και πατέρας μίας κόρης, της Ειρήνης. Ξεχώριζε για την πίστη του στο Θεό, την αγάπη του για τον άνθρωπο, την απλότητα, την ταπείνωση, την φιλοξενία και τις αγαθοεργίες του. Όταν πέθανε η γυναίκα του, ο Σπυρίδων αφιέρωσε πλέον τη ζωή του ολοκληρωτικά στο Θεό. Χωρίς να το επιδιώξει απέκτησε φήμη στη μεγαλόνησο και όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος της πόλης της Τριμυθούντος, κοντά στη Σαλαμίνα, ομόφωνα οι πιστοί εξέλεξαν τον Σπυρίδωνα ως διάδοχό του.
Παρά την τιμή και το αξίωμα ο ταπεινός βοσκός δεν άλλαξε καθόλου την βιοτή του: φορούσε πάντα τα ίδια φτωχά ρούχα, τον ίδιο σκούφο από πλεγμένα φοινικόφυλλα. Παντού πήγαινε με τα πόδια, βοηθούσε στις γεωργικές εργασίες και, όπως πριν, φυλούσε το κοπάδι του. Μια νύχτα μπήκαν στο μαντρί του ληστές για να κλέψουν πρόβατα. Όταν όμως επιχείρησαν να βγούνε με τη λεία τους ένιωσαν μια αόρατη δύναμη να τους ακινητοποιεί. Το πρωί ο Άγιος τους βρήκε και εκείνοι, καταντροπιασμένοι, του διηγήθηκαν τι τους είχε συμβεί. Ο Σπυρίδων τους απάλλαξε από τα δεσμά, τους νουθέτησε και τους δώρησε δύο κριάρια, «για τον κόπο της αγρυπνίας», όπως χαρακτηριστικά τους είπε.
 Αυστηρός με τον εαυτό του και γεμάτος αγάπη με τους συνανθρώπους του ο Σπυρίδων απέκτησε παρρησία ενώπιον του Θεού και έκανε πλήθος θαυμάτων. Όταν  φοβερή ξηρασία έπληξε την Κύπρο, ο Άγιος με την προσευχή του έφερε βροχή, κάνοντας το χώμα γόνιμο. Κάποιοι πλούσιοι είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες σιταριού για να τις πουλήσουν ακριβά, εκμεταλλευόμενοι τον λιμό. Οι προσευχές του Αγίου γκρέμισαν τις σιταποθήκες τους και το σιτάρι μοιράστηκε δίκαια στο λαό. Ως άλλος Μωυσής μεταμόρφωσε ένα φίδι σε χρυσάφι για να βοηθήσει έναν φτωχό. Κι όταν αντιμετωπίσθηκε η ανάγκη, επανέφερε το φίδι στην προτέρα του κατάσταση, δοξάζοντας το Θεό. Πάντα πρόθυμος να συνδράμει τους δεινοπαθούντες, πήγε να ελευθερώσει έναν άντρα που είχε καταδικασθεί σε θάνατο. Καθώς προχωρούσε, βρέθηκε μπροστά σε ένα ποτάμι που τα ορμητικά νερά του τού έκοβαν το δρόμο. Ο άγιος προσευχήθηκε και το νερό σταμάτησε για να περάσει ο Σπυρίδων χωρίς να βρέξει τα πόδια του.
Ο Χριστός ενεργούσε μέσα του δια του Αγίου Πνεύματος και του έδωσε εξουσία και επάνω στον θάνατο. Μετά από παράκληση μιας γυναίκας βαρβαρικής καταγωγής, ο Άγιος ανέστησε το νεκρό βρέφος της που η ίδια είχε εναποθέσει στα πόδια της. Κι όταν εκείνη, από τη συγκίνηση, απέμεινε νεκρή, ο Άγιος ανέστησε  και την ίδια. Όταν πέθανε η κόρη του Ειρήνη, πριν προλάβει να φανερώσει σε κάποια γυναίκα πού είχε κρύψει τον θησαυρό που της είχε εμπιστευθεί, ο Άγιος έσκυψε πάνω στον τάφο και ρώτησε την νεκρή κόρη του πού ήταν ο θησαυρός. Κι εκείνη, αφού του απάντησε, επέστρεψε στη σιωπή του θανάτου.
Η αρετή του φώτιζε τους ανθρώπους και τους έκανε να μετανοούν για τις αμαρτίες τους. Μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ανθρώπου του Θεού και τα έλουσε με τα δάκρυά της, όπως η πόρνη του Ευαγγελίου. Ο Άγιος την συμπόνεσε , την σήκωσε και της είπε τον λόγο του Κυρίου «αφέωνταί σου αι αμαρτίαι», βοηθώντας την να ξεκινήσει μία νέα ζωή.
Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος στη Νίκαια, το 325 μ. Χ., ο Άγιος ανέλυσε ένα κεραμίδι στα στοιχεία του, τη φωτιά, το νερό και το χώμα, δείχνοντας ότι τα τρία στοιχεία είναι ταυτόχρονα ένα ενιαίο σώμα. Έτσι απέδειξε την Τριαδικότητα του Θεού, ότι είναι  δηλαδή « Ένας Θεός εν τρισί Προσώποις», καταισχύνοντας τον αιρεσιάρχη Άρειο και έναν φιλόσοφο οπαδό του, ο οποίος επέστρεψε στην Ορθοδοξία.
 Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνστάντιος, ήταν φίλα προσκείμενος στον Αρειανισμό. Ενώ βρισκόταν στην Αντιόχεια αρρώστησε σοβαρά, χωρίς ελπίδα να γιατρευθεί. Μετά από όραμα του αυτοκράτορα, ο Άγιος εκλήθη στο ανάκτορο μαζί με τον μαθητή του Άγιο Τριφύλλιο. Μόλις έφθασε στο προσκέφαλο του βασιλιά, τον θεράπευσε από την σωματική ασθένεια, εφιστώντας του την προσοχή για την ψυχική του υγεία, η οποία κινδύνευε από την λοιμική των αιρέσεων. Ο αυτοκράτορας τον γέμισε δώρα και χρυσό, που ο Άγιος μοίρασε στο λαό του στην Κύπρο.
Ο Άγιος ζούσε  με την προσδοκία της μελλούσης ζωής. Τελούσε συνεχώς τη Θεία Λειτουργία σα να βρισκόταν ήδη ενώπιον του θρόνου του Θεού, μαζί με τους χορούς των Αγγέλων και των Αγίων. Μία ημέρα, την ώρα που λειτουργούσε, χωρίς να υπάρχουν  πιστοί, είπε το «Ειρήνη πάσι», και ο υποτακτικός του άκουσε την φωνή του χορού των Αγγέλων να απαντά «Και τω πνεύματί σου». Η προσευχή του ήταν συνεχής. Κάποτε, μάλιστα, το καντήλι στο ναό πήγαινε να σβήσει από έλλειψη ελαίου. Και τότε ο Άγιος ζήτησε από το Θεό να ευλογήσει και η καντήλα ξεχείλισε. Το λάδι που συγκεντρώθηκε φώτισε το ναό για πολλές μέρες.
Ο Άγιος παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο στις 12 Δεκεμβρίου 348, σε ηλικία 78 ετών. Αυτή την ημέρα η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του.
Το σκήνωμά του παρέμεινε άφθαρτο, πλην της δεξιάς χειρός του. Μέχρι τον 7ο αιώνα παρέμεινε στην Κύπρο. Κατόπιν, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Ρώσος περιηγητής Αντώνιος Novgorod, ο οποίος έγραψε περί το 1200, αναφέρει ότι είδε το λείψανο στη μονή της Υ.Θ. Οδηγητρίας. Πρόκειται περί της γυναικείας μονής «τῆς Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης».
Αργότερα μεταφέρθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Πρώτη σχετική μαρτυρία έχουμε του Στεφάνου Novgorod περί το 1350. Τέλος, την ημέρα της μνήμης του Αγίου Σπυρίδωνος, στις 12 Δεκεμβρίου του έτους 1452, λίγους μήνες πριν την Άλωση, τελέσθηκε στο ναό της του Θεού Σοφίας πανηγυρική Θεία Λειτουργία, για την ένωση των Εκκλησιών, προεξάρχοντος του παπικού Λεγάτου, του λατινοφρονήσαντος στη Φλωρεντία, Αρχιεπισκόπου Κιέβου καρδιναλίου Ισιδώρου. Κατά την τελετή «το λείψανον του Αγίου Σπυρίδωνος, του οποίου εωρτάζετο η μνήμη, περιήγετο εν πομπή» (Α. Κύρου, Βησσαρίων ο Έλλην, τ. Β΄, Αθήναι 1947, σ. 13). 
Το 1453 αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μεταφέρθηκε μαζί με το Ιερό λείψανο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, από τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη, μέσω Θράκης, Μακεδονίας και Ηπείρου καταλήγοντας στην Κέρκυρα το έτος 1456.
Στην Κέρκυρα αρχικώς τα λείψανα τοποθετήθηκαν στο ναό του Αγίου Αθανασίου. Τα παιδιά του Γεωργίου Καλοχαιρέτη Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος κληρονόμησαν τα λείψανα. Ο Μάρκος δώρισε το μερίδιό του, δηλ. το λείψανο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το 1483 στη κερκυραϊκή κοινότητα. Το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος έλαβαν ο Λουκάς και ο Φίλιππος. Επιθυμία των δύο κληρονόμων ήταν να το μεταφέρουν από την Κέρκυρα, αλλά οι επίμονες αντιδράσεις των Κερκυραίων ανέκοψαν τα σχέδιά τους. Τούτοι μεταβίβασαν τα δικαιώματά τους στην θυγατέρα του Φιλίππου Ασημίνα. Αυτή, όταν το 1520 παντρεύτηκε τον Σταματέλλο Βούλγαρη, πρόσφερε σ’ αυτόν ως προίκα το ιερό λείψανο. Έκτοτε έως το 1925 ανήκε στην κυριότητα της οικογένειας Βούλγαρη.
Το λείψανο μεταφέρθηκε για λίγο χρονικό διάστημα στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το έτος 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης έκτισε ναό του Αγίου στο Προάστιο του Αγίου Ρόκου και το λείψανο μεταφέρθηκε εκεί. Κατά την πρώτη πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1537 μεταφέρθηκε προσωρινά στο ναό των Αγίων Αναργύρων στο Παλαιό Φρούριο. Μετά την πολιορκία επανήλθε στο ναό του. Το έτος 1577 λόγω οχυρωματικών έργων αποφασίστηκε η κατεδάφιση του ναού. Τότε το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνος μεταφέρθηκε προσωρινά στο ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων στη Γαρίτσα. Το 1589 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του σημερινού ναού, ο οποίος ολοκληρώθηκε πιθανώς το 1594. Από τότε το λείψανο μεταφέρθηκε εκεί και παραμένει μέχρι σήμερα.
Το έτος 1967 δια Προεδρικού Διατάγματος ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος πόλεως Κερκύρας αναγνωρίστηκε επισήμως ως ίδιον Ν.Π.Δ.Δ., υπό την επωνυμία «Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας».

 Το νησί ξεπέρασε πολλές δοκιμασίες χάρις στον Άγιο. Τέσσερις φορές η βενετοκρατούμενη Κέρκυρα σώθηκε είτε από ασθένειες, είτε από την πείνα είτε από την επιδρομή των Τούρκων. Ειδικότερα, το 1553 ο Άγιος έσωσε το νησί από την πείνα (σιτοδεία). Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου. Το 1630 απάλλαξε το νησί από την πανώλη. Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία της Κυριακής των Βαϊων. Το 1673 παρενέβη και πάλι και έσωσε για δεύτερη φορά την Κέρκυρα από την πανώλη. Για το λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου (Πρωτοκύριακο). Τέλος, το 1716 απάλλαξε το νησί από την πολιορκία των Τούρκων. Για τον λόγο αυτό καθιερώθηκε η λιτανεία της 11ης Αυγούστου.
Εξάλλου, το 1718 ο Άγιος με θαυμαστό τρόπο απέτρεψε τον Βενετό διοικητή Ανδρέα Πιζάνη από το να οικοδομήσει λατινικό αλτάριο στο ναό. Η ανάμνηση του θαύματος εορτάζεται κάθε χρόνο στις 12 Νοεμβρίου.
Ο Άγιος επιτέλεσε πολλά θαύματα και στους ανθρώπους. Χαρακτηριστική ήταν η θεραπεία του Θεοδώρου, εμπόρου από την Ανατολή, ο οποίος τυφλώθηκε ολοσχερώς. Ο Θεόδωρος προσέτρεξε με θερμή πίστη στο ναό του Αγίου, και εκείνος του χάρισε και πάλι το φως (η ανάμνηση του θαύματος αυτού πανηγυρίζεται στις 13 Ιουλίου). Αλλά και άλλοι γεύτηκαν και γεύονται την αγάπη και την αγαθοεργία του Αγίου. Αυτό μαρτυρούν και τα πολλά αφιερώματα στο ναό του.
Ο Άγιος Σπυρίδων φέρει επισήμως από την Εκκλησία μας το τίτλο Θαυματουργός. Τα πολυάριθμα αφιερώματα στο ναό του επιβεβαιώνουν αυτό το σημαντικό χάρισμα που έλαβε από το Θεό καθώς και το πλήθος των ναών που φέρουν το όνομά του σ’ όλη την Ορθοδοξία.
Είναι για όλους τους χριστιανούς ένας από τους πιο δημοφιλείς και αγαπητούς αγίους. Είναι της Τριμυθούντος η καλλονή και των Κερκυραίων ο σοφώτατος ιατρός, ο πνευματικός πατέρας και το στήριγμα.
Η παρουσία του ιερού Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα επί 450 και πλέον έτη έχει διαμορφώσει ήθη και έθιμα, παρήγαγε και παράγει πνευματική κίνηση και μια διαχρονική πλούσια εκκλησιαστική και πολιτιστική παράδοση, σε σημείο που Κέρκυρα και Άγιος Σπυρίδων να αποτελούν  ένα αδιάρρηκτο δεσμό, μία ενιαία ταυτότητα