Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Ενορίες στην Αρχιερατική Περιφέρεια Μακρυνείας

Στην Αρχιερατική Περιφέρεια Μακρυνείας της καθ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας ανήκουν οι κάτωθι Ενορίες:


Ιερός Ναός Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς (έδρα Αρχιερατικής Περιφερείας)

  
Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Ματαράγκας


Ιερός Ναός Αγίων Κων/νου και Ελένης Παπαδατών


Ιερός Ναός Αγίας Φωτεινής Γαβαλούς


Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέα, Αγίου Ανδρέα Μακρυνείας


Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Δαφνιά


Ιερός Ναός Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου Κάτω Ζευγαρακίου


Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Μεσαρίστης

Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Κάτω Κερασοβου


Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Άνω Ζευγαρακίου


Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Τριχωνίου

Ιερός Ναός Αποστόλου Μάρκου Καψοράχης


Ιερός Ναός Αποστόλου Λουκά Κάτω Μακρυνούς


Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Ακρων Μακρυνείας

Ιερός Ναός Αγίων Κων/νου και Ελένης Κουρτελέικων Μακρυνείας
Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Άνω Κερασόβου
Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου Άνω Μακρυνούς
Ιερός Ναός  Αγίου Νικολάου Ποταμούλας


Ο Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεώς μας π. Επιφάνιος Καραγεώργος στον κατάλογο προς Αρχιερατεία εκλογίμων αρχιμανδριτών


Στον κατάλογο των προς αρχιερατείαν εκλόγιμων αρχιμανδριτών προστέθηκαν νέα ονόματα, όπως έγινε γνωστό από την Ιερά Σύνοδο.
Όπως ανακοινώθηκε, πρόκειται για 36 κληρικούς, οι οποίοι έχουν, εκτός των τυπικών προσόντων, και σημαντική δράση. 
Ποιοι είναι:
1. Αρχιμανδρίτης Χριστοφόρος Αγγελόπουλος της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης. 
2. Αρχιμανδρίτης Θεωνάς Αθανασιάδης της Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας. 
3. Αρχιμανδρίτης Αλέξιος Αλεξόπουλος της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού. 
4. Αρχιμανδρίτης Παρθένιος Ασημίδης της Ιεράς Μητροπόλεως Σιδηροκάστρου.
5. Αρχιμανδρίτης Συμεών Βολιώτης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 
6. Αρχιμανδρίτης Βαρνάβας Γιάγκου της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.
7. Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Δέδες της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων. 
8. Αρχιμανδρίτης Δημήτριος Καββαδίας της Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης. 
9. Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Καλαθάς της Ιεράς Μητροπόλεως Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως. 
10. Αρχιμανδρίτης Πολύκαρπος Κάντας της Ιεράς Μητροπόλεως Ζιχνών και Νευροκοπίου
11. Αρχιμανδρίτης Επιφάνιος Καραγεώργος της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Εγεννήθη εις Αγρίνιον το έτος 1971. Τυγχάνει πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από του έτους 2011. Εχειροτονήθη πρεσβύτερος το 1999 και από της χειροτονίας του υπηρετεί ανελλιπώς ως εφημέριος εις την Ιερά Μητρόπολιν Αιτωλίας και Ακαρνανίας, τη δε 14η/12/2012 διωρίσθη πρωτοσύγκελλος της αυτής Ιεράς Μητροπόλεως.
12. Αρχιμανδρίτης Νικόδημος Κάστιζας της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας. 
13. Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Κορομηλάς της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. 
14. Αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος Κουλιανόπουλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
15. Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Κωνσταντόπουλος της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας. 
16. Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Μαντζαβράκος της Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης. 
17. Αρχιμανδρίτης Αντώνιος Πακαλίδης της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης
18. Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Παλιούρας της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας. 
19. Αρχιμανδρίτης Βενέδικτος Παπαδόπουλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 
20. Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Παπασυννεφάκης της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας. 
21. Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Πάτρας της Ιεράς Μητροπόλεως Νικαίας. 
22. Αρχιμανδρίτης Σιλουανός Πεπονάκης της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας. 
23. Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Πουλάδας της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης. 
24. Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Τσεβάς της Ιεράς Μητροπόλεως Μεγάρων και Σαλαμίνος.
25. Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Τσεκούρας της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας
26. Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 
27. Αρχιμανδρίτης Επιφάνιος Χατζηγιάγκου της Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας. 
28. Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Αλεξάκης της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς. 
29. Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος Βλατίτσης της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας. 
30. Αρχιμανδρίτης Καλλίνικος Δοράκης της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας. 
31. Αρχιμανδρίτης Λούππος Κουκουρίκος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστορίας
32. Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Μπουργιώτης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
33. Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Νικολάκης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
34. Αρχιμανδρίτης Θεοδόσιος Οικονομίδης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
35. Αρχιμανδρίτης Δαυίδ Παλούκας της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης. 
36. Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Προυσαλίδης της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς. 

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Εορτάζει το χωριό Ανω Μακρυνού Μακρυνείας τον Αγιο Αθανάσιο


Εορτάζει ο Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου άνω Μακρυνούς την προσεχή Τρίτη 2 Μαΐου 2017 επί τη εορτή της Ανακομιδής των Ιερών Λειψάνων του εν Αγίοις Πατρός ημών Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. 
     Αφ΄ εσπέρας Δευτέρας το απόγευμα και ώρα 18:00 μμ θα τελεσθεί ο Μέγας Εσπερινός και το πρωί της Τρίτης θα τελεσθεί πανηγυρική Θεία Λειτουργία μετά Θείου Κηρύγματος

Εορτή του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μαρκου στην Καψοράχη Μακρυνείας

     Εορτάστηκε χθες 24 Απριλίου και σήμερα Τρίτη 25 Απριλίου 2017 στο χωριό Καψοράχη Μακρυνείας η μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου στον ομώνυμο πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό. 
    Την Θεία Λειτουργία τέλεσε ο Αρχιερατικός Επίτροπος Μακρυνείας και Εφημέριος του Ιερού Ναού Αποστόλου Φιλίππου Γραμματικούς π Σπυρίδων Ιωάννου ο οποίος και κήρυξε το θείο Λόγο και έλαβαν επίσης μέρος ο Αιδεσιμότατος π Κων/νος Μαστρογιάννης Εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Άνω Μακρυνούς Μακρυνείας, ο αιδεσιμότατος π Ασημάκης Μπέσσας Εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Παμφίου και ο οικείος Εφημέριος π Χρήστος Σπυρόπουλος. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας έγινε η ευλόγησις των άρτων και η διανομή τους στο εκκλησίασμα
    Το Ιερό Αναλόγιο πλαισιώθηκε από τον γυναικείο χορό της σεβασμίας και Ιεράς Μονής Παναγίας Κατερινούς Μακρυνείας υπό την επίβλεψη της γερόντισσας Μαριάμ. Να ευχηθούμε σε όλους έτη πολλά, ευλογημένα και αγιασμένα.





Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Εορτάζει το εξωκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής στην Ενορία μας


Την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος, εορτάζει και πανηγυρίζει ο ιστορικός Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Γραμματικούς.

Το πρόγραμμα της εορτής έχει ως εξής.
  • Αφ εσπέρας της εορτής, Πέμπτης  και περί ώραν 19:00μμ Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός μετ Αρτοκλασίας & θείου Κηρύγματος
  •  Το πρωί της εορτής περί ώραν 07:30 πμ η ακολουθία τόυ Όρθρου και Θεία Λειτουργία μετά θείου Κηρύγματος.

Προσκαλούνται άπαντες οι ευσεβείς Χριστιανοί!!!






Ποιμαντορική Εγκύκλιος Πάσχα 2017


Κ Ο Σ Μ Α Σ
Ο ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Πρός  τόν ἱερόν κλῆρον, τίς μοναστικές ἀδελφότητες καί τόν εὐσεβῆ λαό τῆς  καθ’  ἡμᾶς  θεοσώστου Ἱερᾶς  Μητροπόλεως

«Δεῦτε  λάβετε  φῶς,  ἐκ  τοῦ  ἀνεσπέρου  φωτός»!
Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί,

Ζήσαμε κι εφέτος, χάριτι Θεού, την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα. Αντικρύσαμε τον Κύριό μας αιμόφυρτο επί του Σταυρού, με τα καρφιά στα άχραντα χέρια και πόδια Του. Είδαμε κεντημένη την αγία Του πλευρά από την λόγχη του Κεντηρίωνος και το πρόσωπό Του, όπως προείπε ο προφήτης Ησαΐας, «άτιμον και εκλείπον παρά πάντας τους υιούς των ανθρώπων … μη έχων κάλλος, ουδέ δόξαν» (Ησαΐας νγ’, 3).
Σήμερα, ζούμε το Άγιον Πάσχα. Το Πάσχα το καινόν, το μέγα, το ιερόν, το άγιον, το μυστικόν, το πανσεβάσμιον, το άμωμον Πάσχα. Ζούμε το Πάσχα του Αναστάντος Χριστού,  το Πάσχα των Ορθοδόξων Χριστιανών.
Σήμερα, βλέπουμε τον Χριστό μας, ως νυμφίον εστολισμένον με το υπέρλαμπρο φως της Αναστάσεως, να εξέρχεται από τον σκοτεινό τάφο ως από νυμφική παστάδα και να λάμπη υπέρ τον ήλιον. Λάμπουν όλα σήμερα, αγαπητοί. Λάμπει ο ουρανός, λάμπει η γη, λάμπουν τα καταχθόνια. Και η μητέρα μας Εκκλησία, μας καλεί, μας παρακαλεί, μας ικετεύει με μητρική αγάπη: «Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός»! Ελάτε να πάρετε σήμερα φως, από το ανέσπερο Φως, από τον Χριστό.
Όχι μόνο να λάβουμε το υλικό φως, το άγιο φως, που μας χαρίζει ο Κύριος δια του Παναγίου Τάφου Του και του μεγάλου θαύματος, αλλά να λάβουμε το Φως το αληθινό, το πνευματικό Φως, τον Χριστό μας, στην καρδιά μας και στη ζωή μας.
Σήμερα, την ολοφώτεινη Λαμπρή, καλούμαστε να λάβουμε φως από τον Χριστό μας, διότι:
α) Μόνον ο Χριστός είναι το ανέσπερο Φως, «το φωτίζον πάντα άνθρωπον»! Ουδείς ετόλμησε ποτέ ανά τους αιώνες να διακηρύξη ότι είναι το φως. Μόνο ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός είπε: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί, ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωάνν. η’, 12). Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει στο ιερό ευαγγέλιό του: «Ην το φως το αληθινό (ο Χριστός) ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάνν. α’, 9).
Κατά την θεία ενανθρώπησί Του, «ως νοητός ήλιος της Δικαιοσύνης» ανέτειλε εκ της Παρθένου, διέλυσε το σκότος της αγνοίας και εφώτισε την ανθρώποτητα με το φως της θεογνωσίας. Προβλέπων τον φωτισμό της εν σκότει ευρισκομένης ανθρωπότητος ο προφήτης Ησαΐας, προανήγγειλε θριαμβευτικά: «ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει ίδετε φως μέγα. Οι κατοικούντες εν χώρα και σκια θανάτου φως λάμψει εφ ημάς» (Ησαΐας θ’, 2).
Ποιός, αγαπητοί, από εκείνους που τους ονομάζουν πολλοί αρχηγούς θρησκειών η ακόμη θεούς, σε όλη την οικουμένη, αναστήθηκε και προσφέρει φως; Όλοι, ως άνθρωποι, βρίσκονται κάτω από την πλάκα του ψυχρού τάφου τους. Μόνο ένας τάφος στην Ιερουσαλήμ, ο Τάφος του Κυρίου μας ως ανθρώπου είναι κενός, εκπέμπει φως πνευματικό, ευωδιάζει, θαυματουργεί, προσφέρει και το φυσικό φως, το άγιο φως κάθε Μέγα Σάββατο. Γιατί ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, είναι το ανέσπερο Φως.
β) Η Εκκλησία μας, μας καλεί να λάβουμε φως από τον Χριστό, διότι ο Χριστός με την παρουσία του και την Ανάστασί του έφερε το Φως σε όλους.
Τι επικρατούσε στον κόσμο, στα άτομα, στην οικογένεια, στην κοινωνία προ της Αναστάσεως του Χριστού; Σκότος και έρεβος στις ψυχές και στη ζωή των ανθρώπων. Η αποστασία, η αμαρτία, η ενοχή δεν άφηνε το Φως του κόσμου, τον Ήλιο της Δικαιοσύνης να φθάση στη γη, να την φωτίση, να την θερμάνη. Δεν άφηνε τον σκοτισμένο και απροσανατόλιστο άνθρωπο να βρη την αληθινή θεογνωσία, να βαδίση αλάθητα και σωτήρια στη ζωή του.
Τώρα, μετά την Ανάστασι του Χριστού, οι άνθρωποι φωτιζόμενοι από το Φως της Αναστάσεως διακρίνουν καθαρά - μέσω της πίστεως - τον αλάθητο δρόμο της συνέπειας, του καθήκοντος, της ειρήνης, της χαράς, της ευτυχίας που πρέπει να βαδίσουν. Διακρίνουν ότι, πέρα από τα λίγα έτη της επιγείου και προσκαίρου αυτής ζωής, υπάρχει η ατελεύτητος αιωνιότης, μέσα στη δόξα του Τριαδικού Θεού μας. Πέρα από τα επίγεια υπάρχουν τα επουράνια και πέρα από τις θλίψεις, τις οδύνες και τα δάκρυα της γης, υπάρχει η χαρά και η μακαριότης, η δόξα του Ουρανού.
Το Φως της Αναστάσεως φωτίζει τους ψυχρούς τάφους, στους οποίους αποθέτουμε τα σώματα των κεκοιμημένων αδελφών μας και μας μεταδίδει το ολοφώτεινο και χαρμόσυνο μήνυμα, ότι ο Χριστός εγερθείς εκ νεκρών «απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο» (Α’ Κορ. ιε’, 20).
Αυτό επιβεβαιώνει και ο Απόστολος Παύλος: «Ει πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει συν αυτώ» (Α’ Θεσ. δ’, 4).
Η Ανάστασι του Κυρίου μας, μας έφερε την ψυχική μας λύτρωσι, τη σωτηρία, την απολύτρωσί μας από τα τυρρανικά πάθη της αμαρτίας. Μας έφερε την πνευματική μας τελείωσι, την δυνατότητα ομοιώσεώς μας με τον Θεό. Μας άνοιξε τις πύλες του Παραδείσου και μας μετέφερε από τον θάνατο στην ανέσπερη ζωή, από τη γη στον ουρανό. Μετά την Ανάστασι του Κυρίου μας ενώθηκαν «τα το πριν διεστώτα», ο ουρανός και η γη. Ενώθηκαν, δια της κοινωνίας τους με τον Χριστό, οι άνθρωποι με τους αγγέλους.
«Σήμερον, ημέρα Αναστάσεως, εν γη χαρά (και φως), σήμερον εν ουρανοίς χαρά» λέει ο ιερός Χρυσόστομος∙ και συνεχίζει: «Νυν σκιρτώσιν Άγγελοι, νυν χαίρουσιν Αρχάγγελοι, νυν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ μεθ’ ημών εορτάζει την παρούσαν εορτήν…».
Το φως του Αναστάντος Χριστού εφώτισε Αποστόλους, Αποστολικούς Πατέρας, μάρτυρας, οσίους, ομολογητάς, νεομάρτυρας. Τους ενίσχυσε, τους ανέδειξε αγγέλους επί γης, αγίους, ομολογητάς του Αναστάντος και πολίτες του Ουρανού.
γ) Ο Αναστάς Κύριος έφερε το Φως Του και στα καταχθόνια του Άδου.
Γράφει ο Απόστολος Πέτρος στην Α’ καθολική επιστολή: «Γι’ αυτό κήρυξε και στους νεκρούς (ο Χριστός), διότι πέθαναν μεν ως άνθρωποι κατά το σώμα, αλλά ζουν ως προς τον Θεό κατά το πνεύμα» (Α’ Πετρ. δ’, 6). Οι νεκροί, δηλαδή, δεν περιέρχονται σε ανυπαρξία και δεν διαφεύγουν την κρίσι.
Ο Αναστάς Κύριος απέθανε ως άνθρωπος επί του Σταυρού, έδυσε για λίγο στη γη, αλλά ανέτειλε στο ζοφερό και σκοτεινό Άδη. Κατέβηκε ο Χριστός στον Άδη, για να γεμίση τα πάντα με το Φως της θεότητός Του και να καταργήση το κράτος του θανάτου και του διαβόλου. Δεν άνοιξε απλώς τις πύλες του Άδου, αλλά τις συνέτριψε για να γίνη άχρηστο το δεσμωτήριό του.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομός μας πληροφορεί ότι, όταν ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη και εφώτισε τα καταχθόνια, ο Άδης «επικράνθη, κατηργήθη, ενεπαίχθη, ενεκρώθη, καθηρέθη, εδεσμεύθη» (Κατηχητικός Λόγος). Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ψάλλει «Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις της γης και συνέτριψας μοχλούς αιωνίους» (Κανών Αναστάσεως, ωδή στ’).
Έτσι, ο Δεσπότης Χριστός εφώτισε τα καταχθόνια του Άδου και όσοι από τους νεκρούς επίστευσαν, αξιώθηκαν του αιωνίου φωτός του Παραδείσου.
Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί,
Σήμερα, αυτή την αγία Λαμπρή, «τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια» (Κανών Αναστάσεως, ωδή γ’). Η Ανάστασις του Χριστού μας είναι το μεγαλύτερο Θαύμα των αιώνων.
 Αυτό το Θαύμα, το πλημμυρισμένο από το Φως του Αναστάντος, ομολογεί την μεγάλη, την μοναδική αλήθεια. Υψώνει τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό υπεράνω όλων των ανθρώπων και των ψευτοθεών.
Αυτό το μεγάλο Θαύμα, ομολογεί και αποδεικνύει, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και Κύριος ουρανού και γης. Οτι είναι το Φως το ανέσπερο, που φωτίζει την πορεία, τη ζωή, την σωτηρία κάθε ανθρώπου. Βεβαιώνει ακόμη όλους μας, ότι ενώ δια της αμαρτίας ο άνθρωπος κατέστη θνητός και πεπερασμένος, δια της Αναστάσεως του Θεανθρώπου γίνεται αθάνατος και αιώνιος.
Σήμερα, αγαπητοί, αυτό το Πάσχα το ολοφώτεινο, μην το διέλθουμε συναισθηματικά, συγκινησιακά, πολύ δε περισσότερο κοσμικά.    «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψώμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως» (Κανών Αναστάσεως, ωδή α’), μας τονίζει ο Αναστάσιμος Κανόνας.
 Ας καθαρίσουμε από τα πάθη μας τις αισθήσεις μας και την καρδιά μας, με τη μετάνοιά μας, για να δούμε το ανέσπερο Φως του Αναστάντος Χριστού στην ολοφώτεινη δόξα Του.
Ας θελήσουμε κι εμείς να δεχόμαστε τον Χριστό μας, με ειλικρίνεια και αγάπη, κάθε στιγμή της ζωής μας. Θα έχουμε, τότε, πάντοτε Ανάστασι μέσα μας και στη ζωή μας. Θα γινώμαστε άξιοι, για να ζήσουμε στην αιώνια Ανάστασι του Παραδείσου.

Το εύχομαι πατρικά για όλους μας.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ  ΚΟΣΜΑΣ

Η Θεολογία της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού, στην περί ανακεφαλαιώσεως διδασκαλία του Αγίου Ειρηναίου

Το θεσπέσιο γεγονός της εκ νεκρών Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί για τη συνείδηση της Αγίας μας Εκκλησίας την φλόγα και τη ζέση, η οποία δίνει τη δύναμη και την ενέργεια σε Αυτή να πορεύεται αταλάντευτη στους αιώνες. Στην αντίθετη περίπτωση « ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών. Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, όν ουκ ήγειρεν» (Α΄Κορ.15,14-15). Εάν έλειπε από την Εκκλησία το γεγονός της Αναστάσεως, Αυτή θα ήταν καταδικασμένη να σβήσει συγχρόνως με τη γέννησή της! Γι’ αυτό το λόγο η Ανάσταση του Κυρίου μας είναι για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, και ιδιαίτερα για την Ορθοδοξία μας, η «εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων» και όλοι οι πιστοί «αγαλομένω ποδί» προσέρχονται να απολαύσουν την πλούσια πνευματική τράπεζα του Αναστάντα Λυτρωτή μας.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με εμφανή ενθουσιασμό έδωσαν στα συγγράμματά τους την αληθινή διάσταση στο μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού μας. Ο άγιος Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου (Λυώνος),(+199) είναι ένας από αυτούς. Στην περίφημη περί ανακεφαλαιώσεως θεολογία του εντάσσει το γεγονός αυτό στο γενικότερο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Στο θεανδρικό Πρόσωπο του Ιησού Χριστού συντελέσθηκε η αναδημιουργία του πεπτωκότος ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως (Ειρην. C.H.. III,16,6). Η Ενανθρώπηση και η Ανάσταση του Λυτρωτή είναι οι δύο κορυφαίοι σταθμοί του έργου της απολυτρώσεως. Δια της Ενανθρωπήσεως του Λόγου ο Θεός εισέρχεται στην ιστορία, δια της Αναστάσεώς Του ο άνθρωπος εισέρχεται στην αιωνιότητα! Η Ενανθρώπηση είναι η ευλογημένη αρχή η Ανάσταση είναι το θριαμβευτικό πέρας του θείου έργου της σωτηρίας του κόσμου.
Ο πρώτος Αδάμ, ο χοϊκός προπάτοράς μας, σύμφωνα με τον ιερό Πατέρα, εξαιτίας του πονηρού και της δικής του συγκαταθέσεως εξέπεσε και έγινε φορέας του κακού και της αμαρτίας και υποκείμενος του θανάτου. Ο Χριστός, ο δεύτερος Αδάμ (Α΄Κορ.15,45) επειράσθη και Αυτός από τον πονηρό για την ικανοποίηση της φυσικής ανάγκης της τροφής ( Γεν.3, 15 ). Όμως Αυτός δεν υπέκυψε, όπως ο πρώτος Αδάμ, στην παγίδα του πονηρού. Έμεινε υπάκουος στο θέλημα του «πέμπψαντός του Πατρός» (Ιωάν.4,34). Η έπαρση του χοϊκού Αδάμ απέκοψε το ανθρώπινο γένος από τη ζωή και το οδήγησε στο θάνατο. Αντίθετα η έσχατη υπακοή και η ταπείνωση (Φιλιπ.2,8) του Χριστού νίκησε το θάνατο και επανένωσε την ανθρωπότητα με τη ζωή,
Ο θάνατος δεν είναι στοιχείο της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά είναι προϊόν της αμαρτίας (Ρωμ.6,23 ). Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό να ζει αθάνατος. Η αμαρτία όμως εισήγαγε τον θάνατο στην ανθρώπινη φύση ως αφύσικη κατάσταση. Η νίκη του Χριστού κατά του θανάτου και του Άδη θεράπευσε την ανθρώπινη φύση από το ξένο και αφύσικο αυτό στοιχείο. Η Ανάσταση δε του Λυτρωτή « απαρχή (της αναστάσεως) των κεκοιμημένων εγένετο» (Α΄Κορ.15,20 ). Η Ανάσταση του Κυρίου κατέρριψε όλους τους φραγμούς που εμποδίζουν τον άνθρωπο να εισέλθει στην αιωνιότητα,(Ειρην. C.H.V.23, 2, P.G.7, 1182-1183). Η εν Χριστώ σωτηρία είναι ουσιαστικά «εκκένωσις του θανάτου» και χορήγηση της ζωής (Ειρην. C.H.III,23,7).
To ξύλο της Εδέμ (Γεν.2ο κεφ) έγινε η αιτία της πτώσεως του πρώτου ανθρώπου. Δι’ αυτού ο γενάρχης ξέπεσε και κατεστάθη θνητός. Το ξύλο του Σταυρού έγινε αιτία να ξαναγίνει πάλι ο άνθρωπος αθάνατος. «Η αμαρτία, γράφει ο ιερός πατήρ, η οποία προήλθεν εκ του ξύλου, εξηλείφθη δια του ξύλου της υπακοής, επί του οποίου εσταυρώθη ο Υιός του ανθρώπου, υπακούων εις τον Θεόν, καταργήσας ούτω την γνώσιν του κακού συνετέλεσεν, ώστε να ανθίση εις τας ψυχάς των ανθρώπων η γνώσις του καλού. Επειδή δε το κακόν συνίσταται εις την ανυπακοήν κατά του Θεού, το καλόν συνίστα εις την υπακοήν. . . Ώστε δια της μέχρι θανάτου, και δη θανάτου Σταυρού, υπακοής του εξιλέωσε την αρχαίαν διά του ξύλου προκληθείσαν ανυπακοήν. . . Ήτο δίκαιον και αναγκαίον αυτός, ο οποίος κατέστη ορατός, να οδηγήση όλα τα ορατά πράγματα εις την εις την συμμετοχήν του Σταυρού Του και ούτως υπό την ορατήν Του μορφήν η επίδρασίς Του εγένετο αισθητή εις όλα τα ορατά πράγματα» ( Ειρην. Επίδ. Αποστ. Κηρύματος 34).
Το μέγα γεγονός της Αναστάσεως του Σωτήρος ο άγιος Ειρηναίος το συνδυάζει με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η πραγματικότης της Αναστάσεως συνδέεται με την πραγματικότητα της αληθούς μεταβολής του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού (Ειρην. C.IV,18,4-5). Ο κοινωνών του αναστημένου και αυθαρτοποιημένου Σώματος του Κυρίου, καθίσταται και ο ίδιος δυνάμει αναστηθείς και αφθαρτοποιηθείς εν Χριστώ (C.IV,5,5 και 33,2).
Η πίστη στην Ανάσταση του Κυρίου, κατά τον ιερό πατέρα, αποτελεί το θεμελιώδες κεφάλαιο της χριστιανικής σωτηριολογίας. «Εάν (ο Χριστός) δεν εγεννήθη, άρα δεν απέθανε, και εάν δεν απέθανε, δεν ανέστη εκ νεκρών, δεν εθριάμβευσεν άρα επί του θανάτου και δεν κατήργησε το κράτος του, και εάν δεν εθριάμβευσεν επί του θανάτου, πως θα δυνηθώμεν να υψωθώμεν μέχρι της ζωής ημείς, οι οποίοι εξ αρχής υποκείμεθα εις τον θάνατον, Όσοι λοιπόν δεν παραδέχονται την σωτηρίαν του ανθρώπου, και δεν πιστεύουν, ότι ο Θεός θα τους αναστήση εκ νεκρών, ούτοι περιφρονούν την γέννησιν του Κυρίου ημών. Ο Λόγος του Θεού, ευδοκήσας να σαρκωθεί, εδέχθη αυτήν την γέννησιν, δια να μας αποδείξη την ανάστασιν της σαρκός και να προηγηθή όλων ημών εις τον ουρανόν» ( Ειρην. Επίδ. Αποστ. Κηρυγμ. 39).
Ο Θεός Λόγος με την θεία Ενανθρώπησή Του έγινε όμοιος με τον άνθρωπο κατά πάντα εκτός της αμαρτίας. Αυτήν την ανθρώπινη τραυματισμένη και αμαυρωμένη από την αμαρτία εικόνα με την Ανάστασή Του την αυθαρτοποίησε και τη θέωσε, έτσι ώστε «και την εικόνα έδειξεν αληθώς, αυτός τούτο γενόμενος όπερ ήν εικών αυτού, και την ομοίωσιν βεβαίως κατέστησε, συνεξομοιώσας τον άνθρωπον τω αοράτω Πατρί» (Ειρην. C.H.IV,16,2). H νέα αναδημιουργηθείσα εν Χριστώ ανθρώπινη φύση είναι η ίδια η ένδοξη μεταναστάσιμη ανθρώπινη φύση του Χριστού. Ο «κολλώμενος τω Κυρίω» (Α΄Κορ.6,17) μετέχει αυτής της θεωμένης και δοξασμένης φύσεως. Χάρη στο σωτηριώδες έργο του Χριστού, με επιστέγασμα την Ανάστασή Του, «ο γεννητός και πεπλασμένος άνθρωπος κατ΄εικόνα και ομοίωσιν του αγεννήτου γίνεται Θεού» (Ειρην. C.H.IV, 38,3).
Ο Αναστάς Χριστός, όπως ευστοχότατα θεολόγησε ο μεγάλος αυτός πατέρας της αρχαίας Εκκλησίας μας, ανακεφαλαίωσε στον εαυτό του τον πεπτωκότα άνθρωπο και δια του εκουσίου Πάθους και της Αναστάσεώς Του συνέτριψε ολοκληρωτικά και μόνιμα το κράτος του διαβόλου και κατήργησε τον «ολετήρα της κτίσεως». Η Ανάσταση του Σωτήρος μας είναι το επιστέγασμα της αποκαταστάσεως και ανακεφαλαιώσεως του μεταπτωτικού ανθρώπου και ολοκλήρου της δημιουργίας. Γι’ αυτό δικαιολογημένα η αγία μας Εκκλησία μας καλεί να «Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τω προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος, ως νυμφίω, και συνεορτάσωμεν, ταις φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεού το σωτήριον»

Θεολογικό σχόλιο στην Ανάσταση του Κυρίου, του κ Λάμπρου Σκόντζου


Η λαμπροφόρος Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν κορυφαία ἐορτολογικὴ ἐκδήλωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Μόνη Αὐτή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν αἱρετικὴ ἐτεροδοξία, βιώνει ἀδιάκοπα τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς τὴν πιὸ χαροποιὸ καὶ ἐλπιδοφόρα ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ὁ κάθε ὀρθόδοξος πιστὸς δὲν ἑορτάζει ἁπλὰ τὴν Ἔγερση τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ζεῖ τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονός, ὡς μιὰ προσωπικὴ μεταμόρφωση καὶ ἀνάσταση!
Τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα, τὴν «ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν πανήγυρη τῶν πανηγύρεων» κατὰ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο τοῦ Πάσχα ἐορτάζεται ἡ νίκη τοῦ Ἀγαθοῦ κατὰ τοῦ Κακοῦ, ἡ ἐπικράτηση τοῦ φωτὸς στὸ νοητὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς, ἡ κατάργηση τοῦ Ἅδη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἀναίρεση τοῦ θανάτου, τοῦ χειρότερου ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. «Ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος» (1Κορ.15:26) ἀναφωνεῖ ἐνθουσιωδῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος!
Ἡ εἴσοδος τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα μύρια κακά, ἔφερε καὶ τὸν θάνατο, ὡς τὴν φυσικὴ κατάληξη μιᾶς ἀφάνταστα μαρτυρικῆς ζωῆς. Ὁ πικρὸς Ἅδης ὑπῆρξε ὁ τόπος κατάληξης ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν. Ἡ ἔννοια τῆς ἀθανασίας, ὡς τὸ σπουδαιότερο ἀρχέγονο δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἔμεινε ὡς μιὰ μακρινὴ ἀνάμνηση στὴν ἀνθρώπινη σκέψη καὶ ὡς μιὰ ἀμυδρὴ προσδοκία ἀνάκτησής της στὸ μέλλον.
Ἡ λαχτάρα γιὰ τὴν νίκη τοῦ θανάτου ἐκφράστηκε ποικιλότροπα μέσα στὶς διάφορες μυθολογίες τῶν λαῶν. Οἱ προφῆτες καὶ οἱ συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὡς ὄργανα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία, προείδαν πιὸ καθαρὰ τὴν μελλοντικὴ νίκη τῆς ζωῆς κατὰ τοῦ θανάτου. Ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς θὰ δοκιμάσει τὸ πικρὸ ποτήρι τοῦ θανάτου καὶ θὰ νικήσει τὸν Ἅδη, θὰ τὸν συλήσει ἀπὸ τοὺς ἀπ’ αἰῶνος δεσμίους τοῦ νεκροὺς καὶ θὰ κλείσει ὁριστικὰ τὸ δρόμο τοῦ θανάτου γιὰ τοὺς πιστούς Του. Ὁ μοναδικὸς ζωντανὸς Θεὸς εἶναι ὁ Ἴδιος ἡ ζωὴ καὶ ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς σὲ ὅλα τὰ ὄντα. Αὐτὸς «θανατοὶ καὶ ζωογονεῖ, κατάγει εἰς ᾄδου καὶ ἀνάγει» (1Βασιλ.2:6). Ὁ Ἠλίας καὶ ὁ Ἐλισαῖος ἀνασταίνουν νεκροὺς στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου (3Βασιλ.17:23, 4Βασιλ.4:33). Ὁ προφήτης Ὠσηέ, προβλέποντας τὴν εἰς ᾄδου κάθοδον τοῦ Μεσσία, τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασή Του καὶ τὴν συντριβὴ τοῦ θανάτου διακηρύσσει στοὺς ἄπιστους συμπατριῶτες τοῦ «Πορευθῶμεν καὶ ἐπιστρέψωμεν πρὸς Κύριον! … Ὑγιάσει ἡμᾶς μετὰ δυὸ ἡμέρας, ἐν τῇ τρίτῃ ἡμέρα ἐξαναστηθώμεθα καὶ ζησόμεθα ἐνώπιον αὐτοῦ» (Ὠσηὲ 6:1) καὶ γι’ αὐτὸ σκιρτώντας ἀπὸ ἄκρατο ἐνθουσιασμὸ φωνάζει νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι «Ποῦ σου ἡ δίκη σου, θάνατε, ποῦ τὸ κέντρον σου ᾄδη;» (Ὠσηὲ 13:14).
Στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ βρῆκε τὸ ἀνθρώπινο γένος τὸν πραγματικὸ λυτρωτή του. Αὐτός, ὡς ὁ σαρκωμένος Θεός, ὑλοποίησε τὸ θεῖο σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Πέτυχε τὴ σωτηρία μας ὡς διδάσκαλος, ὡς ἱερεὺς καὶ ὡς βασιλεύς. Δίδαξε πρωτόγνωρη διδασκαλία, ἀποκάλυψε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ ἔδωσε νέο τρόπο ζωῆς στοὺς ἀνθρώπους. Ἱερούργησε τὴν πιὸ ἀποτελεσματικὴ θυσία ὅλων τῶν ἐποχῶν, μὲ ἱερεῖο ἄμωμο τὸν ἴδιό Του τὸν ἑαυτό, πάνω στὸν φρικτὸ Γολγοθὰ καὶ πέτυχε τὴν περιπόθητη καταλλαγῆ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεό. «Ὁ δὲ Θεὸς πλούσιος ὧν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἢν ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοὶς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ… καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθησεν ἐν τοὶς ἐπουρανίοις» (Ἔφ.2:4-6). Τέλος ὡς θριαμβευτικὸς νικητής, νίκησε τὶς ἀντίθεες δυνάμεις καὶ τὸ κακό, νίκησε τὸ θάνατο καὶ ἀνέστη ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, συνεχίζοντας τὸ ἀπόλυτο καὶ ἀναντικατάστατο μεσιτικὸ Τοῦ ἔργο. Ἀποτέλεσμα: «Νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς γὰρ ἐστὶν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἐν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ τὸν κόσμον τῶν ἐντολῶν ἐν δογμασι καταργήσας, ἵνα τοὺς δυὸ κτίση ἐν ἐαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην» (Ἔφ.2:13-15).
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς διακήρυξε: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κᾶν ἀποθάνη ζήσεται» (Ἰωάν.11:25). Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος, ὁ Ὁποῖος μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν θάνατο. Μὲ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του πραγματοποίησε αὐτὴ τὴν λαμπρὴ νίκη, ἀνάστησε τὸ σῶμα Του καὶ μαζὶ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη φύση, δηλαδὴ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πρόσωπα ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὡς κύτταρα τοῦ σώματός Του. «Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» (1Κορ.15:22). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἤδη ἀναστημένος δυνητικὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Εἶναι μιὰ δυνητικὴ κατάσταση τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ἀξιοποιήσει. Ὁ βιολογικὸς θάνατος, ὡς προσωρινὴ κατάσταση, δὲν αἴρει τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς, διότι «ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐστίν, ὅτι οἱ νεκροὶ ἀκούσουσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» ( Ἰωάν.5:25). «Ὁ ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τὸ ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεῦμα ἐν ὑμίν» (Ρωμ.8:11). Αὐτὴ εἶναι (πρέπει νὰ εἶναι) ἡ μόνιμη χαρὰ στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἔχουμε τὴ βεβαιότητα, ὅτι χάρις στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας, «μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (1 Ἰωάν.3:14) καὶ « Πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνη εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν.11:26).Ἀπτὰ παραδείγματα τῆς ἀναστάσεώς μας εἶναι οἱ θαυμαστὲς νεκραναστάσεις ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς γῆς παρουσίας Του, τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Μάρκ.5:21-42, τοῦ γιοῦ τῆς χείρας στὴ Ναϊν (Λουκ.7:11-17), τοῦ Λαζάρου (Ἰωάν.11:1-44). Ἐπίσης ἡ ἀνάσταση τῶν «κεκοιμημένων ἁγίων» (Ματθ.27:52) κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου εἶναι οἱ προάγγελοι καὶ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως.
Ἡ λαμπροφόρος Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος μας σημαίνει ἀκόμα καὶ τὴν ὀντολογικὴ ἀλλαγῆ τοῦ κόσμου. Ὁ παλαιὸς πτωτικὸς κόσμος τῆς φθορᾶς ἄλλαξε κυριολεκτικᾶ σύσταση, διότι μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου νικήθηκαν οἱ ἀντίθεες δυνάμεις τῆς φθορᾶς καὶ ἁπαλλάχτηκε ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ διαβόλου. Χάρη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ξαναβρῆκε ὁ κόσμος τὴν πραγματικὴ τοῦ θέση μέσα στὴ θεία δημιουργία. Τὴ φθορά, ποὺ δημιούργησε ἡ πτώση, διαδέχτηκε ἡ ἀφθαρσία. Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος δὲν ζεῖ πλέον γιὰ νὰ πεθάνει, ἀλλὰ ζεῖ γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴν αἰωνιότητα καὶ νὰ συμβασιλεύει αἰώνια μὲ τὸν Χριστό.
Τὸ μέγα καὶ ἀνεπανάληπτο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου εἶναι γιὰ τοὺς πιστοὺς Τοῦ μιὰ διαρκὴς χαρὰ καὶ ἀτέλειωτη αἰσιοδοξία. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔγιναν οἱ διαπρύσιοι κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη χάρις στὴν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Τὰ νέφη τῶν Μαρτύρων θυσίασαν τὴν πολύτιμη ζωὴ τοὺς χάρις στὴν βεβαιότητα τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ζοῦσαν τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως ὡς μιὰ ἀτέρμονη προσωπικὴ συγκλονιστικὴ ἐμπειρία.
Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀναστάσιμη χαρὰ καὶ αἰσιοδοξία θέλει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία νὰ μεταδώσει καὶ σὲ μᾶς σήμερα. Μᾶς καλεῖ νὰ ἀποβάλλουμε τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας καὶ κυρίως τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ νὰ διαποτίσουμε τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὴν μακάρια ἐλπίδα καὶ τῆς δικῆς μας ἀνάστασης, τῆς ὁποίας τεκμήριο καὶ ἀπαρχὴ ὑπῆρξε ἡ Ζωηφόρος Ἀνάσταση τοῦ Λυτρωτῆ μας Χριστοῦ

᾿Ανέστη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν, λύσας θανάτου τα δεσμά, ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλη, αινείτε ουρανοί Θεού την δόξαν

Πανηγυρίζει μεγαλοπρεπῶς καί μέ πνευματική εὐφροσύνη ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Θεοῦ τήν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, διότι μέ τήν ἐκ νεκρῶν τριήμερο ἐξανάστασί Του ἔλυσε τά δεσμά τοῦ θανάτου καί ἀπελευθέρωσε τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν τυραννία του, «ὁδοποιήσας πάσῃ σαρκὶ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν». ῾Η ἐκ νεκρῶν ἀνάστασις τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ προανάκρουσμα τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. ῾Ο Χριστός μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τήν αἰχμαλωσία τοῦ θανάτου, ἔγινε, «ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος», δηλαδή ὁ Χριστός, ἐνῶ ἦταν ἐλεύθερος ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί ὁ θάνατος δέν εἶχε τήν δύναμι νά τόν κυριεύσει, ἐν τούτοις πέθανε καί νεκρώθηκε, προκειμένου νά ἐλευθερωθοῦμε ἐμεῖς ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου καί νά ἔχουμε ἐλπίδα ἀναστάσεως. ῾Ο δέ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναφερόμενος σ’ αὐτή τήν ὑπερφυῆ εὐεργεσία τοῦ φιλανθρώπου Κυρίου, μᾶς λέει χαρακτηριστικά, ὅτι ὁ Χριστός «δέν ἀρνήθηκε τήν γεῦσι τοῦ θανάτου. Πέθανε σωματικά καί μέ τόν θάνατό Του καταργεῖ τόν θάνατο, στήν φθορά χαρίζει τήν ἀφθαρσία καί κάνει τήν νέκρωσι πηγή τῆς ἀναστάσεως».

Αὐτή ἡ θεμελιώδης χριστολογική διδασκαλία, μέ τίς ἀνθρωπολογικές καί σωτηριολογικές διαστάσεις της, ἀποτελεῖ τήν αἰτία τῆς ἀνέκφραστης χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως τῶν πιστῶν. Καί γιά νά ἔχουμε τήν χαρά αὐτή πληρωμένη καί ὁλοκληρωμένη στήν καρδιά μας, θά ἐμβαθύνουμε στό ψαλμικό λόγιο «ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος» (Ψαλμ. 88, 5).
῾Ο λόγος αὐτός λέγεται ἀπό τόν Χριστό καί σημαίνει·

1. ῎Αν καί νεκρώθηκα καί εὑρισκόμουν στόν τάφο, ἤμουν ἐλεύθερος, ἀπό τήν διαφθορά καί τήν διάλυσι τοῦ σώματός μου. Γι’ αὐτό καί τό σῶμα Του δέν διαλύθηκε στόν τάφο, οὔτε σάπισε, οὔτε ἀνέδιδε δυσωδία, σύμφωνα μέ τήν ῾Αγία Γραφή (Πράξ. β´ 31).
2. ᾿Εγώ μόνος κατέβηκα θεληματικά στόν ῞ᾼδη καί δέν ὁδηγήθηκα ἀπό ἄλλους ἐκεῖ. ῾Ο ἅγιος Κύριλλος ῾Ιεροσολύμων σχολιάζει αὐτό τό χωρίο καί λέει·
«᾿Ενῶ ὅλοι σπουδαῖοι καί φαῦλοι ὁδηγοῦνται στόν ῞ᾼδη ἀπό κάποιους, ὅπως ὁ Λάζαρος ἀπό τούς ᾿Αγγέλους, ὅπως ὁ ἄφρων πλούσιος ἀπό τούς “ἀπαιτοῦντες τήν ψυχήν αὐτοῦ”, ἐγώ θέτω αὐτήν ἀπό μόνος μου· διότι μόνος ἀπέθανεν ὁ ᾿Ιησοῦς γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ, ὁδηγούμενος στόν θάνατο, κατά τήν φωνή τοῦ ῾Ησαΐου, καί ἐνῶ ἦταν νεκρός, ἦταν ὁ μόνος ἐλεύθερος μεταξύ τῶν νεκρῶν, διότι δέν εἶχε ἁμαρτία, ἡ ὁποία νά τόν ἐξουσίαζε, γι’ αὐτό καί ἔλεγε· “᾿Εγώ θυσιάζω τήν ζωή μου, ὥστε νά τήν ξαναπάρω πίσω. Κανείς δέν μοῦ τήν παίρνει· ἐγώ μόνος μου τήν προσφέρω. ᾿Από μένα ἐξαρτᾶται νά τήν προσφέρω κι ἀπό μένα ἐξαρτᾶται νά τήν ξαναπάρω πίσω”» (᾿Ιωάν. ι´ 17-18). ῞Ολοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν αἰτία θανάτου τήν ἁμαρτία, ἐπειδή καί ἐπιτίμιο καί τιμωρία τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ θάνατος, μόνος δέ ὁ Χριστός ἦτο ἀναίτιος θανάτου ἐπειδή ἦταν ἀναμάρτητος.
3. Εἶμαι ἐλεύθερος, διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀποθνήσκουν στανικῶς, χωρίς νά τό θέλουν, γι’ αὐτό καί εἶναι ὑποδουλωμένοι στόν θάνατο καί στόν φόβο τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτό τό θέμα ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος γράφει στήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή· «καὶ ἀπαλλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας». (β´ 15).
4. ῾Ο Χριστός δέν κρατήθηκε ἀπό τά δεσμά τοῦ ῞ᾼδου, ἀλλ’ ἐλεύθερα καί ἐξουσιαστικά ἀναστράφηκε σ’ αὐτόν καί ἔλυσε τά δεσμά τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. ῾Η ὑμνολογία τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ἐξυμνώντας τήν θριαμβευτική καί ἔνδοξο κάθοδο τοῦ Κυρίου στόν ῞ᾼδη, συνέθεσε θρῆνο, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στόν προσωποποιημένο ῞ᾼδη καί τόν βρίσκουμε αὐτόν τόν θρῆνο σέ ἕνα ἐκφραστικώτατο ἑσπέριο στιχηρό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου· «Σήμερον ὁ ῞ᾼδης στένων βοᾷ· Κατελύθη μου ἡ ἐξουσία· ἐδεξάμην θνητόν, ὥσπερ ἕνα τῶν θανόντων· τοῦτον δὲ κατέχειν ὅλως οὐκ ἰσχύω, ἀλλ’ ἀπολῶ μετὰ τούτου ὧν ἐβασίλευον· ἐγὼ εἶχον τοὺς νεκρούς ἀπ’ αἰῶνος, ἀλλὰ οὗτος ἰδοὺ πάντας ἐγείρει». Οἱ πιστοί ζοῦμε στήν ᾿Εκκλησία μέ τήν ἐλπίδα, ὅτι ὁ ἀναστημένος Χριστός θά ἐλευθερώσει καί ἐμᾶς ἀπό τά δεσμά τοῦ ῞ᾼδου καί τοῦ θανάτου. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐγγυᾶται, ὥστε νά ἔχουμε βεβαία καί ἰσχυρά πεποίθησι, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀναστάσεως ὅλων μας. Πράγματι δέ, τά μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐπειδή εἶναι «υἱοὶ τῆς ἀναστάσεως», εἶναι ἐλεύθερα ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ θανάτου. Οἱ μέν ψυχές εὑρίσκονται «ἐν ἀναπαύσει» μέχρι τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, ὁπότε θά ἑνωθοῦν μέ τά ἀναστημένα σώματά τους γιά νά ζήσουν αἰωνίως. «Δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολομ. γ´ 1). Προανάκρουσμα τῆς ὑπαρξιακῆς μας ἐλευθερίας εἶναι καί αὐτοί οἱ λόγοι· «Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ῾Υψίστῳ. διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ σκεπάσει αὐτοὺς καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν» (Σοφ. Σολομ. ε´ 15-16). ῾Ομοίως καί τά σώματα μετέχουν σ᾿ αὐτή τήν ἐλευθερία, ἀφοῦ θά ἀναστηθοῦν ἔνδοξα κατά τήν ἐσχάτη ἡμέρα. ᾿Απόδειξις τῆς ἐλευθερίας τῶν σωμάτων ἀπό τήν δύναμι τοῦ θανάτου εἶναι τό ὅτι πολλά σώματα ἁγίων μένουν ἀδιάφθορα στόν τάφο, εὐωδιάζουν ἄρρητη εὐωδία καί θαυματουργοῦν ἐπειδή καταλύουν τήν δύναμι τοῦ θανάτου. Γιά νά συμμετέχουμε σ’ αὐτό τόν θρίαμβο καί τήν νίκη τοῦ Κυρίου κατά τοῦ ῞ᾼδου καί τοῦ θανάτου, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς, θά πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι ἀπαιτοῦνται δύο ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. ῾Η πρώτη εἶναι ἡ συμμετοχή μας στά Μυστήρια τῆς ᾿Εκκλησίας μας· Τό Βάπτισμα, τό Χρῖσμα, τήν ῾Ιερά ᾿Εξομολόγησι καί τήν Θεία Κοινωνία. Χωρίς αὐτά ὁ ἄνθρωπος παραμένει στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή καί κατάστασι. ᾿Ενῶ, ἄν συμμετέχει κάποιος σ’ αὐτά, γίνεται μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ «καί συγκοινωνός τῆς ρίζης καὶ τῆς πιότητος τῆς ἐλαίας» (Ρωμ. ια´, 17). Τρέφεται δηλαδή ἀπό τήν πλούσια καί παχειά ρίζα τῆς θείας ζωῆς, πού εἶναι ὁ Χριστός. Χωρίς νά ἑνωθεῖ μέ τόν Χριστό, ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἐλεύθερος ἀπό τόν ῞ᾼδη καί τόν θάνατο. ῾Η δεύτερη προϋπόθεσις εἶναι ἡ νέκρωσις τῆς δυνάμεως τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ἐπέρχεται μέσα μας μέ τόν προσωπικό μας πνευματικό ἀγώνα. Εἶναι πυκνές οἱ προτροπές τῶν ᾿Αποστόλων γι’ αὐτή τήν ζωοποιό νέκρωσι. «Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλ. ε´ 24).᾿Αγωνιζόμενοι τόν καλό ἀγώνα, γιά νά ἐπιτύχουμε τήν ζωοποιό νέκρωσι τῆς δυνάμεως τῆς ἁμαρτίας μέσα μας, καί ἑνωμένοι μέ τόν ἔνδοξο ἀναστημένο καί νικητή τοῦ ῞ᾼδου Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό σ’ ἕνα Σῶμα, τήν ῾Αγία ᾿Εκκλησία, ψάλλουμε· «Τοῖς ἐν ῞ᾼδῃ καταβάς Χριστὸς εὐηγγελίσατο· θαρσεῖτε, λέγων, νῦν νενίκηκα. ᾿Εγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις, ἐγὼ ὑμᾶς ἀνάξω, λύσας θανάτου τὰς πύλας» (῾Εσπερινό στιχηρό ἀναστάσιμο γ´ ἤχου).Καί τοῦτο·«῾Ο τὴν ἀνάστασιν διδοὺς τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη. ῎Εφριξαν τοῦτον οἱ ἄρχοντες τοῦ ῞ᾼδου, καὶ ἐπῄρθησαν πύλαι ὀδυνηραί. Εἰσελήλυθε γὰρ ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης Χριστός, λέγων τοῖς ἐν δεσμοῖς· ᾿Εξέλθετε, καὶ τοῖς ἐν τῷ σκότει· ᾿Ανακαλύπτεσθε» (῾Εσπερινό στιχηρό ἀναστάσιμο πλαγίου α´).

Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στην Αγία και λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου


Σήμερον εορτάζομε την λαμπράν νίκην μας. Σήμερον ο Κύριος ημών έστησε το τρόπαιον κατά του θανάτου, κατέλυσε την τυραννία του διαβόλου και μας εχάρισε την οδόν της σωτηρίας διά της αναστάσεως. Όλοι χαίρομεν, σκιρτώμεν, αγαλλόμεθα. Αν και ο Κύριός μας Χριστός ενίκησε και έστησε το τρόπαιον, εν τούτοις κοινή είναι η ευφροσύνη και η χαρά μας. Όλα τούτα τα έκαμε διά την ιδικήν μας σωτηρίαν και με τα ίδια μέσα που μας κατεπάλαισεν ο διάβολος, ακριβώς με τα ίδια τον ενίκησεν ο Χριστός. Έλαβε τα ίδια όπλα και τον κατεπολέμησε με αυτά. Πώς, άκουσέ το. Η Παρθένος, το Ξύλον και ο Θάνατος ήσαν τα σύμβολα της ιδικής μας ήττας. Παρθένος είναι η Εύα. Ουδέποτε είχε γνωρίσει άνδρα, όταν υπέστη την απάτη. Ξύλον είναι το δένδρον και Θάνατος το επιτίμιον εναντίον του Αδάμ. Είδες πως η παρθένος, το ξύλον και ο θάνατος έγιναν τα σύμβολα της ήττας μας; Κοίταξε τώρα πως έγιναν αίτια της νίκης. Αντί της Εύας η Μαρία, αντί του δένδρου της γνώσεως του καλού και πονηρού, το ξύλον του σταυρού, αντί του θανάτου του Αδάμ, ο θάνατος του Κυρίου. Είδες με ποια μέσα ενίκησεν, ενώ με τα ίδια ηττάται; Γύρω από το δένδρον επάλαισε και ενίκησε τον Αδάμ ο διάβολος; Γύρω από τον σταυρόν ενίκησε τον διάβολο ο Χριστός. Και το μεν ξύλον εκείνο, το δένδρον έστελνε εις τον Άδην, ενώ τούτο, το του σταυρού, ανεκάλει και όσους είχον υπάγει εις τον Άδην. Το πρώτον έκρυπτε τον ηττημένον, όπως τον αιχμάλωτον και τον γυμνόν, ενώ το δεύτερον, εδείκνυεν εις όλους τον νικητήν, προσηλωμένον γυμνόν εφ' υψηλού σημείου. Και ο μεν θάνατος εις την πρώτην περίπτωσιν συμπαρέσυρε και τους μετά τον Αδάμ, ενώ ο του Χριστού ανέστησεν αληθώς και τους προ αυτού θανόντας. «Ποίος θα περιγράψει τας δυνάμεις του Κυρίου και θα κάνει να εισακουσθούν όλαι αι αινέσεις του;». Διά του θανάτου εγίναμεν αθάνατοι, ανέστημεν από την πτώσιν και από νικημένοι κατέστημεν νικηταί. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού, αυτή είναι η μεγίστη απόδειξις της αναστάσεως. Σήμερον σκιρτούν οι άγγελοι και όλαι αι δυνάμεις του ουρανού αγάλλονται ευχαριστούμενοι διά την κοινήν σωτηρίαν του γένους των ανθρώπων. Αν διά την μετάνοιαν και ενός αμαρτωλού γίνεται χαρά εις τον ουρανόν και την γην, πολύ περισσότερον συμβαίνει τούτο διά την σωτηρίαν της οικουμένης.
Σήμερον ο Χριστός ηλευθέρωσε την ανθρωπίνην φύσιν από την τυραννία του διαβόλου και την επανέφερεν εις την προηγουμένην της ευγένειαν. Όταν λοιπόν ίδω την αρχικήν μου καταβολήν ούτω να νικά τον θάνατον, δεν φοβούμαι πλέον, δεν απεχθάνομαι τον πόλεμον, ούτε κάμπτομαι διά την αδυναμίαν μου, αλλά αισθάνομαι την θείαν δύναμιν σύμμαχόν μου εις το μέλλον. Εκείνος που θα κατανικήσει την τυραννίαν του θανάτου και θα μπορέσει να αχρηστεύσει την δύναμήν του, τί νομίζετε, δεν θα κάνει το παν διά τούς συνανθρώπους του, των οποίων την μορφήν εδέχθη ο Χριστός να λάβει λόγω της μεγάλης του φιλανθρωπίας και να πολεμήσει υπό την ανθρωπίνην μορφήν τον διάβολον; Σήμερον η σύναξις των αγγέλων και ο χορός όλων των ουρανίων δυνάμεων αγάλλονται διά την σωτηρίαν των ανθρώπων. Σκέψου, λοιπόν, αγαπητέ, το μέγεθος της χαράς, αφού και αι ουράνιαι δυνάμεις συνεορτάζουν με ημάς και χαίρουν επίσης διά τα ιδικά μας αγαθά. Αν και είναι ιδική μας η χάρις που μας παρεχώρησεν ο Χριστός, εν τούτοις είναι και ιδική των η ευχαρίστησις. Διά τούτο δεν εντρέπονται να συνεορτάζουν μαζί μας. Αλλά τί λέγω, ότι ,όνον οι σύνδουλοί μας δεν εντρέπονται να συνεορτάζουν; Ο ίδιος ο Κύριος αυτών, αλλά και ημών, δεν εντρέπται να συνεορτάζει μαζί μας. Αλλά διατί είπον δεν εντρέπεται; Όχι μόνον δεν εντρέπεται, αλλά και το επιθυμεί. Από πού τεκμαίρεται αυτό; Άκουσέ τον τι λέγει: «Επεθύμησα σφοδρώς να φάγω μαζί σας τούτο το Πάσχα». Δηλαδή αφού επεθύμησε να φάγει, αυτό σημαίνει και να συνεορτάσει.
Όταν δεις όχι μόνον τους αγγέλους και την σύναξιν όλων των ουρανίων δυνάμεων, αλλά και αυτόν τον Κύριον των αγγέλων να συνεορτάζει μαζί μας, τί σου απομένει διά να ευφρανθείς; Λοιπόν, ας μη είναι κανείς κατηφής σήμερον λόγω πενίας. Η εορτή είναι πνευματική.... Ας εορτάσωμεν, λοιπόν, την εορτήν της Αναστάσεως του Κυρίου. Ανέστη και μαζί του συνανέστησε την οικουμένην. Και αυτός μεν ανέστη θραύσας τα δεσμά του θανάτου, ημάς δε ανέστησε συντρίψας τας αλυσίδας των αμαρτιών μας. Ο Αδάμ ημάρτησε και απέθανεν. Ο Χριστός δεν ημάρτησε και απέθανεν. Καινοφανές και παράδοξον. Ο πρώτος ημάρτησε και απέθανεν. Ο δεύτερος δεν ημάρτησε, αλλά απέθανεν. Δια ποίον λόγον και διατί; Διά να μπορέσει ο αμαρτήσας και αποθανών να ελευθερωθεί από τα δεσμά του θανάτου μέσω του μη αμαρτήσαντος και αποθανόντος. Έτσι πολλάκις γίνεται και εις τας περιπτώσεις όσων οφείλουν χρήματα. Οφείλει κάποιος εις κάποιον αργύρια, δεν έχει να τα καταβάλει και ένεκα τούτου φυλακίζεται. Ένας άλλος που δεν οφείλει και που ημπορεί να τα καταβάλει, τα καταθέτει και απολύεται ο υπόλογος. Το ίδιο έγινε και εις την περίπτωσιν του Αδάμ και του Χριστού. Ώφειλεν ο Αδάμ τον θάνατον και εκρατείτο υπό του διαβόλου. Ο Χριστός ούτε ώφειλεν, ούτε εκρατείτο. Ήλθεν όμως και κατέβαλε τον θάνατον υπέρ του κρατουμένου, προκειμένου να τον απολύσει από τα δεσμά του θανάτου. Είδες το κατόρθωμα της Αναστάσεως; Είδες την φιλανθρωπίαν του Κυρίου; Είδες μέγεθος φροντίδος; Λοιπόν, ας μη γινώμεθα αγνώμονες δι' αυτόν τον ούτως ευεργετήσαντα ημάς, μήτε, επειδή επέρασεν η νηστεία, να καταστώμεν αμελέστεροι.

«Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν.

Ἡ σκληρότητα τοῦ θανάτου προκαλεῖ εἰς τόν ἄνθρωπον ὑπερβολικήν στενοχωρίαν καί θλίψιν. Πικραίνει τήν καρδίαν. Διά τοῦτο καί ὁ σοφός Σειράχ εἶπεν : «Ὦ θάνατε ὡς πικρόν σου τό μνημόσυνον». Ὅταν ὁ βασιλεύς Ἀγάγ εἶδεν τήν μάχαιραν τοῦ Σαμουήλ εἰς τόν λαιμόν του, τότε, στενάζων καί τρέμων διερωτήθη: «Εἰ οὕτως πικρός ὁ θάνατος» ; (Α´ Βασ. ιε´ 32). Ὁ δέ προφητάναξ Δαυΐδ οὐδέν εὗρεν καταλληλότερον λόγον διά νά παραστήσῃ τήν σκληρότητα τοῦ θανάτου εἰ μή ὅτι «ὠδῖνες θανάτου ἐκύκλωσάν με» (Β´ Βασ. κβ´ 6). Ὁ ὑπαρξιακός αὐτός φόβος συντρίβει τόν ἄνθρωπο καί διά τήν ἔντασίν του παρομοιάσθη μέ τίς ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ. Μέσα σέ ὠδῖνες ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί διά μέσου ὠδινῶν ἀναχωρεῖ ἐκ τοῦ ματαίου τούτου κόσμου.
Μέ τήν πικράν αὐτήν αἴσθησιν ἔζησαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἰς τόν καιρόν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μάλιστα δέ ἡ πικρότης αὐτή ἦτο ἀφόρητος διά τούς δικαίους, οἱ ὁποῖοι ἀπέθνησκον μέ μιά ἐλπίδα, ὅτι ὁ Κύριος «δέν θά ἐγκαταλείψῃ τήν ψυχήν των εἰς Ἅδου οὐδέ δώσῃ τόν ὅσιόν του ἰδεῖν διαφθοράν» (Ψαλμ. ιε´ 10).Ὁ Θεός ὅμως, ὅστις «οὐκ ἐποίησεν θάνατον οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. Α´ 13) κατήργησεν τόν θάνατον ἀναστήσας τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν ὡς ἀπαρχήν τῆς ἀναστάσεως τῶν κεκοιμημένων καί διέλυσε τόν ὑπαρξιακόν φόβον καί τρόμον καί δειλίαν τῶν ἀνθρώπων διά τόν τυραννικώτατον θάνατον. Τό Ἅγιον Πνεῦμα διά τοῦ βασιλέως Σολομῶντος μᾶς διδάσκει ἐπίσης τήν αἰτίαν τοῦ θανάτου: «Ὁ Θεός ἔκτισε τόν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ, κατ᾿ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν (δηλ. τόν ἐδημιούργησεν ἀθάνατον) φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον» (Σοφ. Σολ. β´ 23-24).
Αὐτήν τήν νίκην πανηγυρίζομεν πάντοτε εἰς τήν ζωήν μας οἱ πιστοί ἀφ᾿ ὅτου ἐλύθησαν καί διελύθησαν οἱ φοβερές ὠδῖνες τοῦ ὑπαρξιακοῦ μας φόβου.Ἄς δοῦμε αὐτές τίς ὠδῖνες ἀπό τίς ὁποῖες μᾶς ἀπήλλαξεν ὁ ἀναστάς ἐκ τῶν νεκρῶν Κύριος καί Θεός ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Πρῶτον. Ὁ θάνατος φοβίζει καί ταράζει τόν ἄνθρωπον διότι ἁρπάζει τήν ὑλική ὕπαρξί του, τό σῶμα του. Τί βλέπουμε εἰς τό σῶμα τοῦ νεκροῦ;Ὀφθαλμούς τυφλούς, ὦτα κωφά, ὄσφρησιν ἀνόσφρητον, στόμα ἄλαλον, ἁφήν ἀναίσθητον, μέλη ἀκίνητα, σῶμα μηδέν διαφέρον κρυερᾶς πέτρας, σχῆμα ἀνθρώπου καί ὄχι ἄνθρωπον. Μετ᾿ οὐ πολύ καί σάρκες τηκόμενες καί ρέουσες, ὀστᾶ ξηρά καί γεγυμνωμένα.Μέ τήν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ὁ φόβος αὐτός διαλύεται, διότι ὁ Θεός θά φέρει εἰς τήν ὕπαρξιν τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου τό παραδοθέν εἰς τήν φθοράν εἰς ἀνωτέραν κατάστασιν αὐτῆς εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκετο κατά τήν διάρκειαν τῆς παρούσης ζωῆς. Περί αὐτοῦ ὁμιλεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί διδάσκει: Τό σῶμα μας «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν» (Α´ Κοριν. ιε´ 42-44).
Δεύτερον. Ὁ θάνατος τρομάζει διότι διαλύει τόν φυσικόν δεσμόν καί τήν ἕνωσιν τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Τοῦτο εἶναι γεγονός ἀφύσικον. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον διά νά ζῇ αἰωνίως, ἔπλασε τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί τῷ προστάγματί Του ἡνώθησαν διά νά διαμένουν εἰς τούς αἰῶνας συνηνωμένα καί ἀδιάρρηκτα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας διδάσκουν, ὅτι ἡ ψυχή ἀγαπᾶ τό σῶμα μέ τό ὁποῖον ἔζησεν εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί ἀλγεῖ ἀποχωριζομένη βιαίως αὐτοῦ.Ὁ φιλάνθρωπος καί παντοδύναμος ὅμως Κύριος θείῳ αὐτοῦ προστάγματι θά ἐπανασυνδέσῃ τήν ψυχήν καί τό σῶμα μας κατά τήν ἡμέραν τῆς δόξης καί φοβερᾶς ἐπιφανείας Του, αὐτά τά ὁποῖα διεχώρησεν ἡ ἐξαφανισθεῖσα δύναμις καί ἐνέργεια τοῦ θανάτου.
Τρίτον. Ὁ ἄνθρωπος καταλαμβάνεται ὑπό ὀξυτάτης θλίψεως διά τόν παντελῆ χωρισμόν του ἐκ τοῦ κόσμου τούτου καί πάντων τῶν ἐν τῷ κόσμῳ τούτων πραγμάτων καί ἀγαθῶν.Πῶς διελύθη ὁ παρών φόβος. Ἀκούσωμεν τήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου φωνήν λέγουσαν πρός τούς νέους περί τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς τῶν πιστῶν ἀνθρώπων: «Ἡμεῖς ὦ παῖδες, οὐδέν εἶναι χρῆμα παντάπασιν τόν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτ᾿ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ᾿ ὀνομάζομεν, ὅ τήν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. Οὔκουν προγόνων περηφάνειαν, οὐκ ἰσχύν σώματος, οὐ κάλλος, οὐ μέγεθος, οὐ τάς παρά πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτῶν, οὐχ ὅ,τι ἄν εἴποι τις τῶν ἀνθρωπίνων μέγα, ἀλλ᾿ οὐδέ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ἤ τούς ἔχοντας ἀποβλέπομεν, ἀλλ᾿ ἐπί μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσιν καί πρός ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν. Ἅ μέν οὖν ἄν συντέλῃ πρός τοῦτο, ἀγαπᾶν φαμέν, τά δέ οὐκ ἐξικνούμενα πρός ἐκεῖνον ὡς οὐδενός ἄξια παρορᾶν» (2 ΕΠΕ τ. 7 σελ. 319).
Προσθέτομεν τέταρτον τήν ὀδύνη τοῦ θανάτου ἐκ τοῦ βασανιστικοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδήσεως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά ἔλθῃ εἰς αἴσθησιν τῶν βεβιωμένων ὑπ᾿ αὐτοῦ.Ἀλλά καί ἀπό αὐτόν μᾶς λυτρώνει ἡ πίστις εἰς τόν ἀναστάντα Κύριον. Διδάσκει ὁ πρῶτος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας: «Ὁ Χριστός ἱλασμός ἐστίν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περί τῶν ἡμετέρων δέ μόνον, ἀλλά καί περί ὅλου τοῦ κόσμου» (Α´ Ἰωάν. β´ 2). Καί πάλιν: «Ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι αὐτοῦ…… ἠγάπησεν ἡμᾶς καί ἀπέστειλε τόν υἱόν ἱλασμόν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α´ Ἰωάν. δ´ 9-10).Διά τοῦτο πανηγυρίζει ἡ χρυσῆ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας βοῶσα: «Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν.

«Αὕτη ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ»

«Ἰδοὺ γὰρ ἡμῖν παραγέγονεν ἡ ποθεινὴ καὶ σωτήριος ἑορτή, ἡ ἀναστάσιμος ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ τῆς εἰρήνης ὑπόθεσις, ἡ τῆς καταλλαγῆς ἀφορμή, ἡ τῶν πολέμων ἀναίρεσις, ἡ τοῦ θανάτου κατάλυσις, ἡ τοῦ διαβόλου ἧττα». Ἔφθασε ἡ πολυπόθητη καὶ σωτήρια ἑορτή. Ἔφθασε ἡ μέρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μέρα τῆς εἰρήνης, ἡ ἀφορμὴ τῆς συμφιλιώσεως, ἡ παύση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ ἧττα τοῦ διαβόλου. Ἔτσι κάπως στὸν πανηγυρικό του λόγο στὸ Ἅγιον Πάσχα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος περιγράφει τὸ μεγαλεῖο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς.
«Σήμερον δὲ τὴν Ἀνάστασιν αὐτὴν ἑορτάζομεν οὐκ ἔτι ἐλπιζομένην ἀλλ’ ἤδη γεγενημένην καὶ κόσμον ὅλον ἑαυτῇ συνάγουσαν», συμπληρώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Αὐτὰ ποὺ ζοῦμε δὲν εἶναι ἐλπίδα καὶ προσδοκία ἀλλὰ πραγματικότητα καὶ ἀλήθεια.Ἡ μέρα αὐτή, κατὰ τὸν Προφήτη Ἠσαΐα, εἶναι ἡ μέρα κατὰ τὴν ὁποία διαλάμπει ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ, ἡ μέρα τῆς θριαμβευτικῆς ἔκφρασης τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ, τῆς βαθειᾶς μυστικῆς ἐπιθυμίας Του. Εἶναι «ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα ἡ μία τῶν Σαββάτων ἡ βασιλὶς καὶ κυρία». Εἶναι ἡ μέρα ποὺ ὡς ἀνθρώπινο γένος περιμένουμε, ἡ μοναδική, ἡ ἁγία καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἡμέρα τῆς ὅλης ἱστορίας, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ὅπως ψάλλει δοξολογικὰ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία.
Εἶναι ἡ μέρα τοῦ θριάμβου τῆς ἀλήθειας, τῆς νίκης τῆς ζωῆς, τῆς συντριβῆς τοῦ θανάτου, τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τῆς συναναστάσεως ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους μαζί Του. «Αὕτη ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. ριζ΄ 24). Αὐτὴν λοιπὸν τὴ μέρα ἂς τὴν ἀπολαύσουμε πνευματικά, ἂς εὐφρανθοῦμε ἐνθέως, ἂς ἀφήσουμε ἐλεύθερη τὴν καρδιά μας νὰ πανηγυρίσει.Εἶναι ὅμως καὶ ἡ μέρα τῆς δικῆς μας ἀναγεννήσεως καὶ ἀναδημιουργίας, ἡ «ἡμέρα τῆς καθ’ ἡμᾶς ἀναπλάσεως». Ὅπως μάλιστα προτρέπει ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος τοὺς Ρωμαίους καὶ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία (Ρωμ. Στ΄ 4), «ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν», μαζὶ μὲ τὴν χαρὰ καὶ τὴν πανήγυρη τῆς ἑορτῆς καλούμεθα σὲ καινούργια, ἀνακαινισμένη ζωή. Ὁ Κύριος δὲν ἀναστήθηκε γιὰ νὰ δείξει σὲ μᾶς τὴ δύναμη τῆς θεότητός Του καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς δόξης Του μόνον, ἀλλὰ ἀναστήθηκε ὥστε, συντρίβοντας τὴν κυριαρχία τοῦ διαβόλου καὶ τὸ κράτος τοῦ θανάτου, νὰ συνεγείρει καὶ ἐμᾶς σὲ νέα ζωὴ, νέα ἀντίληψη, νέο ἦθος, νέο φρόνημα, νέα πορεία.
Οἱ συνήθειες τῆς ἐποχῆς μας, ἡ ἐπιπολαιότητα τῆς φύσης μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ὀμορφιὰ τῶν παραδόσεων καὶ τῶν ἐθίμων μας, μπορεῖ νὰ μᾶς παρασύρουν σὲ ἕναν ἐπιφανειακὸ πασχαλινὸ ἑορτασμό, ποὺ τελειώνει μόλις περάσουν οἱ μέρες, ποὺ σβήνει μὲ τὶς λαμπάδες, ποὺ σταματάει μόλις τελειώσουν οἱ ἀργίες, ποὺ ξεχνιέται μόλις ἐπανέλθει ἡ καθημερινότητα.Ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία μας μιλάει γιὰ «ἀνέσπερο φῶς» –φῶς ποὺ δέν σβήνει-, γιὰ «αἰώνιο Πάσχα» –Πάσχα ποὺ δὲν τελειώνει-, γιὰ «καινότητα ζωῆς» -γιὰ καινούργια ζωὴ ποὺ τίποτα παλιὸ δὲν θυμίζει καὶ κανεὶς καὶ τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει. Δίνει στὴν ἑβδομάδα τῆς Ἀναστάσεως τὸ ὄνομα Διακαινήσιμος, γιὰ νὰ ὑπογραμμίσει τὸ μήνυμα τῆς ἀνακαίνισης, γιὰ νὰ τονίσει ὅτι «τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα» καὶ ὅλοι μας πλέον καλούμαστε «ἐν καινότητι ζωῆς νὰ περιπατήσωμεν».
Εὔχομαι σ’ ὅλους ἡ εὐλογία τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ νὰ εἶναι πλούσια καὶ κυρίως τὸ φῶς του νὰ φωτίζει τὸν νοῦ μας, νὰ καταυγάζει τὴν καρδιά μας, νὰ μεταμορφώνει συνεχῶς τὴ ζωή μας, ὥστε ὅλοι μαζί, μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι, τὴ βούληση, τὴ συνείδηση, τὴ δύναμη, τὴ ζωή μας νὰ ἀναφωνοῦμε.

Με την Ανάστασή του ο Χριστός τις ωδύνες του θανάτου έλυσε...

Όν ὁ Θεός ἀνέστησε λύσας τάς ὠδῖνας τοῦ θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατόν κρατεῖσθαι αὐτόν ὑπ᾿ αὐτοῦ» (Πράξ. β´ 24).

Ἡ σκληρότητα τοῦ θανάτου προκαλεῖ εἰς τόν ἄνθρωπον ὑπερβολικήν στενοχωρίαν καί θλίψιν. Πικραίνει τήν καρδίαν. Διά τοῦτο καί ὁ σοφός Σειράχ εἶπεν : «Ὦ θάνατε ὡς πικρόν σου τό μνημόσυνον». Ὅταν ὁ βασιλεύς Ἀγάγ εἶδεν τήν μάχαιραν τοῦ Σαμουήλ εἰς τόν λαιμόν του, τότε, στενάζων καί τρέμων διερωτήθη: «Εἰ οὕτως πικρός ὁ θάνατος» ; (Α´ Βασ. ιε´ 32). Ὁ δέ προφητάναξ Δαυΐδ οὐδέν εὗρεν καταλληλότερον λόγον διά νά παραστήσῃ τήν σκληρότητα τοῦ θανάτου εἰ μή ὅτι «ὠδῖνες θανάτου ἐκύκλωσάν με» (Β´ Βασ. κβ´ 6). Ὁ ὑπαρξιακός αὐτός φόβος συντρίβει τόν ἄνθρωπο καί διά τήν ἔντασίν του παρομοιάσθη μέ τίς ὠδῖνες τοῦ τοκετοῦ. Μέσα σέ ὠδῖνες ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί διά μέσου ὠδινῶν ἀναχωρεῖ ἐκ τοῦ ματαίου τούτου κόσμου.
Μέ τήν πικράν αὐτήν αἴσθησιν ἔζησαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἰς τόν καιρόν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μάλιστα δέ ἡ πικρότης αὐτή ἦτο ἀφόρητος διά τούς δικαίους, οἱ ὁποῖοι ἀπέθνησκον μέ μιά ἐλπίδα, ὅτι ὁ Κύριος «δέν θά ἐγκαταλείψῃ τήν ψυχήν των εἰς Ἅδου οὐδέ δώσῃ τόν ὅσιόν του ἰδεῖν διαφθοράν» (Ψαλμ. ιε´ 10).Ὁ Θεός ὅμως, ὅστις «οὐκ ἐποίησεν θάνατον οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. Α´ 13) κατήργησεν τόν θάνατον ἀναστήσας τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν ὡς ἀπαρχήν τῆς ἀναστάσεως τῶν κεκοιμημένων καί διέλυσε τόν ὑπαρξιακόν φόβον καί τρόμον καί δειλίαν τῶν ἀνθρώπων διά τόν τυραννικώτατον θάνατον. Τό Ἅγιον Πνεῦμα διά τοῦ βασιλέως Σολομῶντος μᾶς διδάσκει ἐπίσης τήν αἰτίαν τοῦ θανάτου: «Ὁ Θεός ἔκτισε τόν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ, κατ᾿ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν (δηλ. τόν ἐδημιούργησεν ἀθάνατον) φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον» (Σοφ. Σολ. β´ 23-24).
Αὐτήν τήν νίκην πανηγυρίζομεν πάντοτε εἰς τήν ζωήν μας οἱ πιστοί ἀφ᾿ ὅτου ἐλύθησαν καί διελύθησαν οἱ φοβερές ὠδῖνες τοῦ ὑπαρξιακοῦ μας φόβου.Ἄς δοῦμε αὐτές τίς ὠδῖνες ἀπό τίς ὁποῖες μᾶς ἀπήλλαξεν ὁ ἀναστάς ἐκ τῶν νεκρῶν Κύριος καί Θεός ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Πρῶτον. Ὁ θάνατος φοβίζει καί ταράζει τόν ἄνθρωπον διότι ἁρπάζει τήν ὑλική ὕπαρξί του, τό σῶμα του. Τί βλέπουμε εἰς τό σῶμα τοῦ νεκροῦ;Ὀφθαλμούς τυφλούς, ὦτα κωφά, ὄσφρησιν ἀνόσφρητον, στόμα ἄλαλον, ἁφήν ἀναίσθητον, μέλη ἀκίνητα, σῶμα μηδέν διαφέρον κρυερᾶς πέτρας, σχῆμα ἀνθρώπου καί ὄχι ἄνθρωπον. Μετ᾿ οὐ πολύ καί σάρκες τηκόμενες καί ρέουσες, ὀστᾶ ξηρά καί γεγυμνωμένα.Μέ τήν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ὁ φόβος αὐτός διαλύεται, διότι ὁ Θεός θά φέρει εἰς τήν ὕπαρξιν τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου τό παραδοθέν εἰς τήν φθοράν εἰς ἀνωτέραν κατάστασιν αὐτῆς εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκετο κατά τήν διάρκειαν τῆς παρούσης ζωῆς. Περί αὐτοῦ ὁμιλεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί διδάσκει: Τό σῶμα μας «σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν» (Α´ Κοριν. ιε´ 42-44).
Δεύτερον. Ὁ θάνατος τρομάζει διότι διαλύει τόν φυσικόν δεσμόν καί τήν ἕνωσιν τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Τοῦτο εἶναι γεγονός ἀφύσικον. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον διά νά ζῇ αἰωνίως, ἔπλασε τήν ψυχήν καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί τῷ προστάγματί Του ἡνώθησαν διά νά διαμένουν εἰς τούς αἰῶνας συνηνωμένα καί ἀδιάρρηκτα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας διδάσκουν, ὅτι ἡ ψυχή ἀγαπᾶ τό σῶμα μέ τό ὁποῖον ἔζησεν εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί ἀλγεῖ ἀποχωριζομένη βιαίως αὐτοῦ.Ὁ φιλάνθρωπος καί παντοδύναμος ὅμως Κύριος θείῳ αὐτοῦ προστάγματι θά ἐπανασυνδέσῃ τήν ψυχήν καί τό σῶμα μας κατά τήν ἡμέραν τῆς δόξης καί φοβερᾶς ἐπιφανείας Του, αὐτά τά ὁποῖα διεχώρησεν ἡ ἐξαφανισθεῖσα δύναμις καί ἐνέργεια τοῦ θανάτου.
Τρίτον. Ὁ ἄνθρωπος καταλαμβάνεται ὑπό ὀξυτάτης θλίψεως διά τόν παντελῆ χωρισμόν του ἐκ τοῦ κόσμου τούτου καί πάντων τῶν ἐν τῷ κόσμῳ τούτων πραγμάτων καί ἀγαθῶν.Πῶς διελύθη ὁ παρών φόβος. Ἀκούσωμεν τήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου φωνήν λέγουσαν πρός τούς νέους περί τῆς ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς τῶν πιστῶν ἀνθρώπων: «Ἡμεῖς ὦ παῖδες, οὐδέν εἶναι χρῆμα παντάπασιν τόν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτ᾿ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ᾿ ὀνομάζομεν, ὅ τήν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. Οὔκουν προγόνων περηφάνειαν, οὐκ ἰσχύν σώματος, οὐ κάλλος, οὐ μέγεθος, οὐ τάς παρά πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτῶν, οὐχ ὅ,τι ἄν εἴποι τις τῶν ἀνθρωπίνων μέγα, ἀλλ᾿ οὐδέ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ἤ τούς ἔχοντας ἀποβλέπομεν, ἀλλ᾿ ἐπί μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσιν καί πρός ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν. Ἅ μέν οὖν ἄν συντέλῃ πρός τοῦτο, ἀγαπᾶν φαμέν, τά δέ οὐκ ἐξικνούμενα πρός ἐκεῖνον ὡς οὐδενός ἄξια παρορᾶν» (2 ΕΠΕ τ. 7 σελ. 319).
Προσθέτομεν τέταρτον τήν ὀδύνη τοῦ θανάτου ἐκ τοῦ βασανιστικοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδήσεως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θά ἔλθῃ εἰς αἴσθησιν τῶν βεβιωμένων ὑπ᾿ αὐτοῦ.Ἀλλά καί ἀπό αὐτόν μᾶς λυτρώνει ἡ πίστις εἰς τόν ἀναστάντα Κύριον. Διδάσκει ὁ πρῶτος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας: «Ὁ Χριστός ἱλασμός ἐστίν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περί τῶν ἡμετέρων δέ μόνον, ἀλλά καί περί ὅλου τοῦ κόσμου» (Α´ Ἰωάν. β´ 2). Καί πάλιν: «Ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι αὐτοῦ…… ἠγάπησεν ἡμᾶς καί ἀπέστειλε τόν υἱόν ἱλασμόν περί τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» (Α´ Ἰωάν. δ´ 9-10).Διά τοῦτο πανηγυρίζει ἡ χρυσῆ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας βοῶσα: «Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν.

Τι είναι η Διακαινήσιμος Εβδομάδα

Με την ονομασία Διακαινήσιμος ή Διακαινήσιμος εβδομάδα, ή Εβδομάδα Διακαινησίμου (επίσημα: Διακαινήσιμος εβδομάς), ονομάζεται κατά τη χριστιανικό εορτολόγιο η εβδομάδα που αρχίζει από την Κυριακή του Πάσχα και λήγει την αμέσως επόμενη, την Κυριακή του Θωμά. Η ονομασία της οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι κατά τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα βαπτιζόταν ομαδικά οι κατηχούμενοι οπότε και άρχιζε η πνευματική ανακαίνιση τους. Σε ένδειξη αυτής της ανακαίνισης και ταυτόχρονα αναγέννησης και "πνευματικής καθαρότητας οι νεοβαπτισμένοι έφεραν καθ΄ όλην αυτή την εβδομάδα λευκά ενδύματα, εξ ου και αποκαλούμενη "λευκή εβδομάδα".
Ο Αυγουστίνος χαρακτηρίζει επίσης την ίδια εβδομάδα ως "οκτώ ημέρες των νεοφύτων" (ή νεοβαπτισθέντων ή και νεοφωτίστων).
Κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα επιτρέπεται η κατάλυση πάντων, ενώ κατά τους παλαιότερους χρόνους ολόκληρη η εβδομάδα αυτή χαρακτηριζόταν αργία από κάθε εργασία (κανόνας Νικηφόρου του ομολογητού). Ο 6ος όμως κανόνας της εν Τρούλλω (Κωνσταντινούπολη), Πενθέκτης Συνόδου συνιστά στους χριστιανούς καθ΄ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας τον καθημερινό εκκλησιασμό. Μάλιστα κατά τους πρώτους χρόνους στην εβδομάδα αυτή απαγορεύονταν και τα οποιαδήποτε θεάματα.
Ειδικότερα στη Κωνσταντινούπολη η Διακαινήσιμος εβδομάδα εορτάζονταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. Ο Αυτοκράτορας καλούσε του νεοφώτιστους καθώς και πτωχούς σε πλούσιο γεύμα, ενώ κατά την ημέρα Πέμπτη της Διακαινησίμου δέχονταν τον κλήρο προσφέροντας τιμητικό γεύμα στον Πατριάρχη και στους περί αυτόν.
Πολλά όμως και πλούσια δώρα διένειμαν οι Αυτοκράτορες και σε επίσημες επισκέψεις που διενεργούσαν αυτή την εβδομάδα. Ακόμη απέλυαν από τις φυλακές κατάδικους για ελαφρά εγκλήματα.
· Στην αρχαία εκκλησία η διακαινήσιμος εβδομάδα ήταν η πρώτη του Εκκλησιαστικού έτους, που αρχή του θεωρείτο η Κυριακή του Πάσχα.
· Κάθε ημέρα της Διακαινησίμου χαρακτηρίζεται ομοίως, π.χ. Δευτέρα της Διακαινησίμου, Τρίτη της Διακαινησίμου... Σάββατο της Διακαινησίμου εκτός της τελευταίας που λέγεται Κυριακή του Θωμά.
· Η Εκκλησία έχει επίσης καθιερώσει κατ΄ έτος την ημέρα Παρασκευή της Διακαινησίμου να εορτάζεται η Ζωοδόχος Πηγή.
· Τέλος από τη Διακαινήσιμο εβδομάδα αρχίζει ν΄ αναγιγνώσκεται στις εκκλησίες το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον.
Και γιατί γιορτάζουμε κάθε χρόνο τη «Διακαινήσιμο εβδομάδα»; Πολλοί απαντούν. Για λόγους ιστορικούς. Η Εκκλησία δε ζει όμως με το παρελθόν. Ο λόγος του εορτασμού είναι καθαρά πνευματικός. Ποιός; Επειδή λόγω των αμαρτιών μας μολύνουμε τον λευκό χιτώνα του βαπτίσματος, χρειαζόμαστε με τη μετάνοια εξαγιασμό. Χρειάζεται πάλι να γίνουμε ναός του Αγίου Πνεύματος. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4). Χρειαζόμαστε λοιπόν εγκαίνια, αναγέννηση, ανανέωση. «Εγκαινίζεσθε, αδελφοί», λέει ένα τροπάριο, «και αφού αφήσετε τον παλαιό άνθρωπο να ζείτε την καινούρια ζωή».
Ή όπως ψάλλει ένας άλλος ύμνος: «Επίστρεψε στον εαυτό σου άνθρωπε! Γίνε καινούριος αντί παλιός και γιόρταζε τα εγκαίνια (την ανανέωση) της ψυχής σου. Όσο είναι καιρός η ζωή σου ας αναγεννηθεί».
Η «Διακαινήσιμος εβδομάδα» γίνεται για τους πιστούς αφορμή πνευματικής καρποφορίας και καλής αλλοιώσεως.